Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ “Δ” – η ιστορία 3 αδερφών!

Μια Φορά κι έναν Καιρό

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μικρή πόλη ζούσε ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ο κύριος Δανιήλ Δάρρας, και η όμορφη γυναίκα του, Δέσποινα. Το ζευγάρι ήταν ευλογημένο με τρεις γιούς: τον Δαμιανό, τον μεγαλύτερο, και τους δίδυμους αδερφούς του, Δημήτρη και Διονύση. Ο κύριος Δανιήλ ήταν ο παντοπώλης της πόλης και είχε ένα μικρό κατάστημα το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του. Το παντοπωλείο εξυπηρετούσε τους κατοίκους και τους αγρότες της μικρής πόλης και των γύρω χωριών, και καθώς υπήρχαν πολλοί κάτοικοι και καμία άλλη τέτοια επιχείρηση κοντά, η οικογένεια ευημερούσε και όλα τα μέλη της απολάμβαναν μια χαρούμενη ζωή.

Οι αδερφοί Δάρρα ήταν ίσοι σε όλα εκτός από ένα: η παράδοση της εποχής και του τόπου υπαγόρευε ότι ο μεγαλύτερος γιος θα κληρονομούσε την δουλειά του πατέρα και εάν υπήρχαν άλλοι γιοι στην οικογένεια, αυτοί έπρεπε να φύγουν μακριά από το σπίτι και να κάνουν την τύχη τους αλλού. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Δαμιανός προετοιμάστηκε για να αναλάβει το κατάστημα. Όταν μεγάλωσε αρκετά, άρχισε να δουλεύει δίπλα στον πατέρα του και γρήγορα πήρε τη θέση του στην κοινωνία της πόλης.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και ήταν πλέον φανερό ότι ο Δημήτρης και ο Διονύσης είχαν πια ωριμάσει. Παρά την απογοήτευση της κυρίας Δέσποινας, ήταν πια καιρός για τους δίδυμους αδερφούς να βγούνε έξω στον κόσμο μόνοι τους και να αναζητήσουν το πεπρωμένο τους. Μάζεψαν όσα πράγματα νόμιζαν ότι θα τους χρειαστούνε σε μικρά σακίδια, πήραν τα γερά τους μπαστούνια πεζοπορίας, και ξεκίνησαν μαζί, πέρα από τους λόφους, για να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους. Λίγο έξω από την πόλη τα αδέρφια συνάντησαν μια διακλάδωση στο δρόμο. Εκεί, ο Δημήτρης αποχαιρέτησε τον δίδυμο αδερφό του, και οι νεαροί άνδρες ξεκίνησαν ξανά με αντίθετες κατευθύνσεις αυτή τη φορά, υποσχόμενοι πως κάποια μέρα θα ξαναβρεθούν όταν πια θα έχουν βρει την θέση τους στον κόσμο.

clip_image002
Μέρος 1. Η περιπέτεια του Δημήτρη

Το ταξίδι

clip_image004Ο Δημήτρης περπατούσε για μέρες, χωρίς σταματημό. Ο καιρός άλλαζε συχνά και υπήρχαν μέρες όπου η άγρια βροχή και η φλογερή ζέστη ήταν αβάσταχτες. Πολλές φορές έβρισκε καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες παράγκες και κάποιες άλλες σε ρηχές σπηλιές στις πλαγιές των λόφων που συναντούσε. Σε όλο το δρόμο του, αναζητούσε συνεχώς κάποιο ωραίο μέρος για να εγκατασταθεί και κάτι ενδιαφέρον και αξιόλογο για να περάσει τον χρόνο του, αλλά δεν βρήκε τίποτα από τα δύο. Όσο οι μέρες γίνονταν πιο μικρές και πιο ψυχρές, άρχισε να αμφιβάλει αν θα βρει κάποτε το μέρος στο οποίο ανήκει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό του επειδή ξεκίνησε ένα ταξίδι μόνος του σε ένα ξένο τόπο, χωρίς χάρτη, χωρίς συγκεκριμένα σχέδια, και χωρίς κανέναν να τον βοηθήσει. Ήταν αλήθεια ότι ο Δημήτρης ήτανε πάντα κλειστός, και πολλές φορές τα αδέρφια του διαπίστωσαν ότι δεν έκανε φίλους εύκολα. Καθώς ξόδευε όλο και πιο πολύ χρόνο μόνος, εξοργιζόταν που ήταν ένας ανόητος άνθρωπος με ένα τόσο απλό μυαλό. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, συνάντησε τσαγκάρηδες, σιδεράδες, αγρότες και ενθουσιώδη παιδιά, άλλα επειδή είχε αυτές τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό του, κανείς από όσους γνώρισε δεν του προσέφερε τη βοήθεια ή τη φιλία του. Αυτό ενίσχυσε τις κακές σκέψεις που ο Δημήτρης είχε για την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του, και μέρα με τη μέρα ανησυχούσε όλο και πιο πολύ ότι ποτέ δεν θα βρει την τύχη του, κάτι το οποίο με τη σειρά του τον οδήγησε να αποσυρθεί ακόμα περισσότερο από την κοινωνία.

Καθώς οι μέρες έγιναν ακόμη πιο μικρές, ο Δημήτρης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο του, χωρίς να γνωρίζει τον δρόμο της επιστροφής. Επειδή δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για καταφύγιο ή φαγητό, ενώ ο χειμώνας απλωνόταν παντού. Ένιωσε απελπισμένος και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η ζεστή φωτιά και το πλούσιο φαγητό τα οποία απολάμβαναν ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδερφός του και πόσο λάθος έκανε που εγκατέλειψε το σπίτι. Φαντάστηκε λογιών λογιών καταστροφές να τον χτυπούν. Όσο περισσότερο λυπόταν τον εαυτό του, τόσο λιγότερη ενέργεια είχε, με αποτέλεσμα να κάθεται στην σκοτεινή, υγρή σπηλιά με το κεφάλι μέσα στα χέρια του, να φαντάζεται το χειρότερο και να νιώθει αποκαρδιωμένος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…….

Δεν υπάρχουν σχόλια: