Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ' Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ

Συνέχεια Μέρος 11ο

Η Επιστροφή των Διδύμων
Αυτή την κατάσταση αντίκρισαν ο Δημήτρης και ο Διονύσης όταν επέστρεψαν σπίτι. Αφού βρήκαν το σπίτι άδειο, περπάτησαν γρήγορα στο οικογενειακό παντοπωλείο όπου έμειναν άναυδοι μπροστά στο παράθυρο, στην θέα του μεγαλύτερου αδερφού τους να κλαίει μεθυσμένου πάνω από το γραφείο του. Χτύπησαν το παράθυρο και τελικά ο Δαμιανός σηκώθηκε να τους ανοίξει.
Οι δίδυμοι ρώτησαν τον αδερφό τους τι πήγαινε στραβά, και που βρισκόταν ο πατέρας τους. Ο Δαμιανός διηγήθηκε την εκδοχή του για το τι συνέβη από τότε που έφυγαν. Κατηγόρησε τον πατέρα του ότι έδωσε δωρεάν εμπόρευμα με κακούς όρους, ότι τον άφησε μόνο να τα βγάλει πέρα, και ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι η ξηρασία θα χτυπούσε. Κατηγόρησε τους αγρότες ότι αθέτησαν τις υποσχέσεις τους στην επιχείρηση και την κατέστρεψαν, καθώς και τους υπαλλήλους ότι έκλεψαν τα λεφτά της οικογένειας και έφυγαν, και τέλος το νέο μεγάλο παντοπωλείο για αθέμιτο ανταγωνισμό.
«Και τι έκανες για όλα αυτά;», ρώτησε ο Διονύσης, ευγενικά και με ενδιαφέρον.
«Ανέλυσα την κατάσταση, αν και όσο ανακάλυπτα τα προβλήματα και το ποιοι έφταιγαν, τόσο χειρότερα γίνονταν τα πράγματα», απάντησε ο Δαμιανός.
«Και τι έκανες μετά;», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Διάλεξα ποιους έπρεπε να απολύσω και τους απέλυσα, και τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα», απάντησε ο Δαμιανός.
«Και τι θέλεις αντ’ αυτού;», ρώτησε ο Διονύσης.
«Δεν ξέρω. Δεν θέλω να συνεχιστεί αυτό. Το παντοπωλείο θα κλείσει και εγώ θα πρέπει να βγω έξω στον άδικο κόσμο και να δουλέψω για κάποιον άλλο. Κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, το ίδιο και εσείς – κανείς από τους δυο σας δεν ξέρει τίποτα για το παντοπωλείο», πρόσθεσε ο Δαμιανός, κάπως αυτάρεσκα.


Τα αδέρφια κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε νόημα να μιλάνε στον Δαμιανό από τη στιγμή που ήταν μεθυσμένος και έβλεπε μόνο τις αρνητικές συνέπειες της κατάστασης.

Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του γιατρού και να δούνε τον πατέρα τους. Αυτό που είδαν τους σόκαρε. Ο δυναμικός άνθρωπος που θυμόντουσαν είχε μετατραπεί σε ένα εντελώς διαφορετικό άτομο: μικρός, ωχρός, πικρός, και απελπισμένος. Το μόνο για το οποίο μπορούσε να μιλήσει ήταν το πώς απέτυχε και το πώς τον απογοήτευσαν οι άλλοι. Τα αδέρφια αποφάσισαν να τον αφήσουν να ξεκουραστεί, να κάνει ένα διάλειμμα, και να σκεφτούν ποια θα είναι η επόμενη τους κίνηση.

Το Σχέδιο
Περπάτησαν προς ένα κοντινό πανδοχείο και παρήγγειλαν γεύμα. Καθώς τακτοποιήθηκαν και πίνανε το ζεστό τους τσάι, ο Διονύσης είπε, «Τώρα που μιλήσαμε και στον Δαμιανό και στον πατέρα, και γνωρίζουμε την κατάσταση από κάθε πλευρά, πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να βοηθήσουμε την οικογένεια μας να βγει από αυτή την δύσκολη θέση. Φαίνεται ότι θα πρέπει να παρατείνουμε την διαμονή μας εδώ μέχρι να βρούμε τι θα κάνουμε. Ας χρησιμοποιήσουμε ότι μάθαμε στα ταξίδια μας σχετικά με το τι θέλουμε».

Ο Δημήτρης αποκρίθηκε, «Λοιπόν, θέλουμε ο πατέρας μας να είναι υγιής και χαρούμενος, όπως ήταν πριν από αυτό το χάλι. Θέλουμε ο αδερφός μας ο Δαμιανός να κόψει το ποτό και να πάρει στα χέρια του τον έλεγχο της κατάστασης, και θέλουμε να τους βοηθήσουμε να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να σωθεί το παντοπωλείο».
«Και να είναι επιτυχημένη, έχει δεν έχει ξηρασία», πρόσθεσε ο Διονύσης. «Φυσικά, δεν μπορούμε να τους αναγκάσουμε να κάνουν οτιδήποτε, αλλά μπορούμε να τους επηρεάσουμε. Πώς θα το κάνουμε λοιπόν; Όπως είπαμε όταν συναντηθήκαμε κατά την επιστροφή μας εδώ, και οι δύο θα θέλαμε να μετακομίσουμε εδώ και να κάνουμε οικογένεια. Οπότε θα θέλαμε να έχουμε και ένα παντοπωλείο που θα ευημερεί ώστε να μπορούμε να έχουμε ένα μερίδιο στην επιχείρηση».
clip_image002
«Τι καλό θα κάνει αυτό για εμάς;».
«Πρώτα απ’ όλα θα έχουμε σώσει το παντοπωλείο που χτίστηκε από τον παππού μας, καθώς και τα μέσα συντήρησης και την υπόληψη του αδερφού και του πατέρα μας. Επίσης, θα αποδείξουμε ότι μάθαμε κάτι όσο ήμασταν μακριά. Θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση σαν μία πρόκληση η οποία θα μας κάνει δυνατότερους, θα μας βοηθήσει να καταφέρουμε περισσότερα στη ζωή μας, και θα μας δώσει μία ευκαιρία να διδάξουμε την στρατηγική σκέψης, την οποία μάθαμε, στην υπόλοιπη οικογένεια, κάτι το οποίο θα τους κάνει πιο υγιείς και χαρούμενους για πολλές γενιές», απάντησε ο Διονύσης.
«Τότε, ας φανταστούμε ότι έχουμε πετύχει το στόχο μας. Πώς θα ξέρουμε ότι πετύχαμε;», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Θα έχουμε σταθεροποιήσει το παντοπωλείο και θα έχουμε μια ομάδα από χαρούμενος και αφοσιωμένους υπαλλήλους», απάντησε ο Διονύσης.
«Πώς θα φτάσουμε ΕΚΕΙ;», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Πώς πρέπει, δηλαδή, να κινηθούμε για να τα πετύχουμε όλα αυτά; Με άλλα λόγια, ‘Που είναι το ΕΚΕΙ, ακριβώς;’».

Ο Διονύσης σκέφτηκε για ένα λεπτό. «Λοιπόν, πρώτα πρέπει να διδάξουμε στον Δαμιανό τις τέσσερις νέες μας ερωτήσεις. Θα πρέπει να τον συναντήσουμε το πρωί, να του προτείνουμε το σχέδιο και να θέσουμε και να ξανά θέσουμε τις ερωτήσεις. Θα χρειαστεί υπομονή και επανάληψη. Μπορεί να μη το καταλάβει στην αρχή, ειδικά αφού είναι τόσο θλιμμένος».
Ο Δημήτρης πετάχτηκε, «Ξέρω! Μπορούμε να του διηγηθούμε τις δικές μας ιστορίες, πώς ο καθένας μας έφτασε στο να μάθει τα ερωτήματα, πώς άλλαξαν τον τρόπο σκέψης μας, και πώς καταφέραμε και οι δύο να πετύχουμε αφού είχαμε εξασκηθεί αρκετά. Το ξέρει ότι δεν θα του λέγαμε ποτέ ψέματα. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να δει ότι ευημερούμε, οπότε θα μπορέσει να μας πιστέψει!».
Ο Διονύσης συμφώνησε και πρόσθεσε, «Δεύτερον, πρέπει να βοηθήσουμε τον πατέρα μας. Η αρρώστια του είναι μεν σωματική, άλλα η ψυχολογική του κατάσταση σίγουρα συνεισφέρει σε αυτήν. Κατηγορεί μονίμως τον εαυτό του, ξαναζώντας τις προηγούμενες εμπειρίες που του προκάλεσαν πόνο, και νιώθει απαίσια ξανά και ξανά.
Τίποτα από αυτά δεν βελτιώνει την κατάσταση του. Πρέπει πρώτα να του μάθουμε πώς να σκέφτεται για την αρρώστια, και να τον πείσουμε να διαλέξει πώς θέλει να ζήσει τη ζωή του, και μετά πρέπει να φέρουμε τον Δαμιανό και τον πατέρα κοντά για να μάθουν να δουλεύουν σαν ομάδα».
«Αυτό ακούγεται σαν κάτι που μπορεί να γίνει, παρόλα αυτά, κάποια πράγματα με προβληματίζουν. Πρώτον, πώς θα πείσουμε τον αδερφό και τον πατέρα μας ότι πρέπει να σκέφτονται διαφορετικά. Λέγοντας το απλά δεν θα βοηθήσει – έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή με τον παλιό τρόπο σκέψης τους. Εδώ που τα λέμε, εδώ είναι που τον μάθαμε κι εμείς», είπε ο Δημήτρης.
Ο Διονύσης έκανε μία μικρή παύση. «Λοιπόν, αν μπορούμε εμείς να μάθουμε έναν νέο τρόπο σκέψης τότε μπορούνε και αυτοί. Πιστεύω ότι θα είναι πρόθυμοι, μόλις τους δείξουμε όλα τα οφέλη του να αλλάζεις τον τρόπο σκέψης σου. Και οι δυο τους βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, οπότε νομίζω ότι θα είναι αρκετά απελπισμένοι ώστε να ακούσουν και να μάθουν ένα νέο και καλύτερο τρόπο, όπως ήμασταν κι εμείς».
«Αυτό ακούγεται σαν ένα πολύ καλό σχέδιο», είπε ο Δημήτρης ενθουσιασμένος. «Τώρα μένει να δούμε πόσο επιτυχημένοι θα είμαστε στο να δώσουμε στον πατέρα και στον Δαμιανό να καταλάβουν και να συμφωνήσουν με αυτό. Νομίζω θα συμφωνήσουν πως ό,τι κάνανε δεν δουλεύει και θα είναι πρόθυμοι να μάθουν κάτι καινούριο».

Όταν θα είναι Έτοιμοι
Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, που ο Διονύσης θυμήθηκε τα λόγια της γριάς γυναίκας. «Δεν είναι το τι θα κάνω εγώ για εσένα, αλλά το τι θα κάνεις εσύ για τον εαυτό σου». Ο Δημήτρης θυμήθηκε το καφέ πουλάκι και τον αετό να λένε κάτι παρόμοιο, και αμφότεροι οι αδερφοί θυμήθηκαν την απροθυμία των δασκάλων τους να τους αποκαλύψουν τις ερωτήσεις πριν να είναι έτοιμοι να ακούσουν.
Συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τον πατέρα τους ή τον αδερφό τους, αλλά ότι μπορούν να κάνουν τις ερωτήσεις όταν αυτοί ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να τις ακούσουν. Με υπομονή και επιμονή, ο πατέρας και ο αδερφός τους θα έβλεπαν τελικά τις νέες προοπτικές, όπως είχαν κάνει ο Δημήτρης και ο Διονύσης. Και με μεγάλη αποφασιστικότητα τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν να αλλάξουν τα πράγματα που μπορούσαν να αλλάξουν, και προσκάλεσαν τον πατέρα και τον αδερφό τους να μεταμορφωθούν μαζί τους.

Και Ζήσανε Αυτοί Καλά κι Εμείς Καλύτερα
Λίγο καλόπιασμα χρειάστηκε, και ο Δαμιανός και ο Δανιήλ κατάφεραν να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης τους, λίγο πολύ όπως ο Διονύσης και ο Δημήτρης είχαν κάνει. Και εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, ήδη γνωρίζεις για το χαρούμενο τέλος που συνοδεύει αυτή την ιστορία, όπως και κάθε παραμύθι που έχει γραφτεί από τότε που χάραξε ο χρόνος. Σε αυτό το παραμύθι όμως, δεν υπάρχουν λευκά άλογα ή βασιλικές γιορτές. Ούτε βάτραχοι που έγιναν πρίγκιπες. Μερικές φορές, τα πιο χαρούμενα από τα ζήσανε-αυτοί-καλά-κι-εμείς-καλυτέρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης.

ΤΕΛΟΣ!

 

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Βιωματικό Ενεργειακό Σεμινάριο

"ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ"

 

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΑ ΜΑΘΕΤΕ ΠΩΣ ΝΑ:

  • Αποβάλλετε το Στρες start40
  • Επωφεληθείτε από τη "Θετική Σκέψη"
  • Να χρησιμοποιείτε το μυαλό σας
  • Βελτιώστε την "ποιότητα της ζωής σας"
  • Εξασκηθείτε και να Δημιουργείτε

 

ΘΑ ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΕ:

relaxation-2-809

  • Την τέχνη του "Οραματισμού"
  • Την τεχνική του σωστού στόχου
  • Την τεχνική χαλάρωσης
  • Την τεχνική ενεργοποίησης του υποσυνείδητου

 

Βιωματικές ασκήσεις βήμα βήμα για να προσεγγίσουμε και να επιτύχουμε

                   "τα όνειρα μας".

αρχείο λήψης

Δηλώστε έγκαιρα συμμετοχή ΤΩΡΑ στο Σεμινάριο που θα πραγματοποιηθεί τη

ΔΕΥΤΕΡΑ 27 ΜΑΙΟΥ

& ΩΡΑ 18:00-22:00 μ.μ.

Κόστος Συμμετοχής 40€

 

 

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 9ο

 

Η Μεγαλύτερη Νύχτα
Μόνος και άφραγκος, ο Διονύσης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να γυρίσει. Καθώς δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για στέγη ή τροφή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένιωσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η φωτιά και το άφθονο φαγητό που ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος του αδερφός απολάμβαναν και πόσο λάθος ήταν να αφήσει το σπίτι του. Φανταζόταν όλων των ειδών τις καταστροφές να πέφτουν πάνω του. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τις παλιές του εμπειρίες και τους φόβους του για το μέλλον, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με την οικογένειά του, με τον ηλίθιο αγρότη, τον κακό έμπορο, τη διπρόσωπη κόρη του και τον κόσμο όλο. Τον κατέτρωγαν η οργή και ο φόβος. Η εσωτερική φωτιά της πικρής απογοήτευσης που ένιωθε ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και δεν ήταν κάτι πολύ παρηγορητικό. Ξαφνικά θυμήθηκε τις ερωτήσεις που του είχε κάνει ο έμπορος και πρόσεξε ότι ήταν διαφορετικές από αυτές που αυτός είχε κάνει στον αγρότη.

Άρχισε να τις καλοσκέφτεται. «Τι είναι αυτό που θέλω; Και τι θα μου φέρει; Πως θα το ξέρω;», και έχτισε για τον εαυτό του ένα θαυμάσιο μέλλον στην φαντασία του. Σκεφτόταν στοίβες χρυσά νομίσματα, μια όμορφη και στοργική σύζυγο και ζωηρά παιδιά. Σκεφτόταν να κερδίζει τίμια τη ζωή του και να είναι μέλος μιας κοινότητας που μεριμνά για τα μέλη της, όπου οι άνθρωποι θα κρατούσαν τον λόγο τους και θα συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με ευγένεια και γενναιοδωρία. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και για του λόγου το αληθές, άρχισε να βλέπει τις δυνατότητες που ενυπήρχαν στις ερωτήσεις του εμπόρου, ώσπου θυμήθηκε τον αγρότη που τον έκλεψε, την σκληρή κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που τον παγίδεψε με μια υπόσχεση μόνο και μόνο για να διαλύσει τα όνειρά του. Θυμωμένος και απελπισμένος σωριάστηκε στη γη. Τι θα έκανε σε έναν τέτοιο κόσμο; Τίποτε! Καθόταν εκεί στο μικρό και φτωχικό του καταφύγιο και ο θυμός του μεγάλωνε.

Η Γερόντισσα
Λίγες μέρες αργότερα μια γερόντισσα με μια κουρελιασμένη κάπα εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου. Τα χέρια της ήταν ρυτιδιασμένα και τα μακριά της δάχτυλα χλωμά. Τον ρώτησε τι κάνει μόνος του στο δάσος; Της είπε την ιστορία του, το πώς έφυγε από την οικογένεια και πως τίποτε δεν έγινε όπως θα ήθελε. Περιέγραψε τον φτωχό αγρότη, την όμορφη κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που του λήστεψε την ευτυχία του και της είπε ότι η οικογένειά του δεν νοιάζεται για αυτόν αλλιώς δεν θα τον άφηναν να φύγει τόσο απροετοίμαστος. Και το χειρότερο ήταν, τόνισε, ότι ο πατέρας του τον άφησε να φύγει χωρίς ούτε ένα χάρτη και περιπλανήθηκε τόσο πολύ που τώρα δεν ξέρει πώς να γυρίσει στο σπίτι του. «Το λάθος είναι όλο δικό τους»,είπε, «δεν ξέρω τι θα κάνω». Ξαφνικά η οργή του κατασίγασε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γερόντισσα κοίταξε τον νέο άνδρα που κρατούσε το κεφάλι του με τα βρώμικα του χέρια και του είπε: «Φαίνεται να έχεις πολλά προβλήματα. Τι θα ήθελες να γίνει;».

«Φυσικά, δεν θέλω να περάσω τον χειμώνα στο δάσος», απάντησε ο Διονύσης, ρουφώντας τη μύτη κι αρχίζοντας να οργίζεται ξανά.
«Ακούω τι δεν θέλεις, αλλά τι θα ήθελες αντί γι αυτό;», ρώτησε η γερόντισσα.
«Τι εννοείς τι θα ήθελα αντί γι αυτό; Μόλις σου είπα ότι δεν θέλω να κρυώνω, να πεινώ και να είμαι μόνος σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακούς ανθρώπους». Ο Διονύσης εκνευρίστηκε.

«Θα ήθελα να σε βοηθήσω» είπε η γυναίκα «αλλά δεν έχω ιδέα πώς, όσο μένεις επικεντρωμένος σε ότι δεν θέλεις και στο ποιόν πρέπει να κατηγορήσεις. Εγώ, απ’ την πλευρά μου, δεν έχω συναντήσει τόσους κακούς ανθρώπους όσους εσύ, αν και έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα είχα μια αίσθηση προσανατολισμού και όταν τύχαινε να χαθώ ή να μην ξέρω τι να κάνω, ποτέ δεν ήταν για πολύ. Νομίζω πως έχω μια ιδέα για το τι άλλο να κάνεις για να αλλάξεις την κατάστασή σου, αλλά μπορώ μόνο να σε οδηγήσω, γιατί θα πρέπει εσύ ο ίδιος να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Τι παραπάνω να κάνω από αυτό που έχω κάνει;», είπε ο Διονύσης θυμωμένος. «Θα κάτσω εδώ μέχρι να παγώσω ή πεθάνω από πείνα».

«Καλώς, είναι δική σου επιλογή», απάντησε η γερόντισσα, γυρνώντας να φύγει.
«Για πες, αν έχεις αρκετή τροφή ή στέγη, γιατί δεν τα μοιράζεσαι μαζί μου;» ρώτησε ο Διονύσης, νιώθοντας μια σπίθα ελπίδας.
clip_image002«Ακόμη κι αν μοιραζόμουν ότι έχω μαζί σου, τι θα πετυχαίναμε με αυτό. Θα ήσουν καλύτερα εξοπλισμένος για να φροντίσεις τον εαυτό σου; Προτιμώ να σου διδάξω τον τρόπο να βγεις από αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι».
Ο Διονύσης σκέφτηκε για λίγο: «Εντάξει, δίδαξέ με γρήγορα γιατί πεινώ και κρυώνω και κουράστηκα να ζω έτσι».

Το Απλό Δίδαγμα
Η γερόντισσα άρχισε, «Μπορώ γρήγορα να σου πω πως εγώ σκέφτομαι για τη ζωή μου και τη δουλειά μου και μπορώ ακόμη να σου πω πώς να το κάνεις αυτό κι εσύ, αλλά είναι ένας τρόπος σκέψης πάνω στον οποίο πρέπει να εξασκηθείς. Αρχίζει με το να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις, αντί γι’ αυτό που δεν θέλεις. Σκέφτομαι για τη ζωή μου μ’ αυτόν τον τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Ο Διονύσης έδειχνε να διστάζει. «Πώς μπορεί να είναι τόσο απλό;». Γιατί δεν μπορείς να με διδάξεις τώρα; Μάλλον προσπαθείς κι εσύ να με ξεγελάσεις όπως κι όλοι οι άλλοι».

«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις», είπε η γερόντισσα. «Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, που κρυώνει και είναι δυστυχισμένος. Όταν θα είσαι έτοιμος να μάθεις πως θα πολεμήσεις τον εαυτό σου, πες να ξέρω». Η γερόντισσα τύλιξε το σάλι της σφιχτά γύρω από τους ώμους της και έφυγε με αργά βήματα.
Πέρασαν δυο μέρες κι ένα λεπτό χιόνι σκέπασε τα δέντρα και τα βράχια. Ο Διονύσης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του νιώθοντας πικρία και θυμό για την οικογένεια του.Όποτε σκεφτόταν τη γερόντισσα ένιωθε αγανάκτηση που τον άφησε εκεί ενώ εκείνη γύρισε στο ζεστό της τζάκι και στο γεμάτο της κελάρι, όπως φανταζόταν. Λεπτό το λεπτό κρύωνε και πεινούσε περισσότερο. Κάθε τόσο, όμως, αντηχούσαν στο μυαλό του τα λόγια της: «Απλά σκέφτομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Κάθε φορά που το σκεφτόταν, χλεύαζε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή για την κατάστασή του;

Έτοιμος για Μάθηση
Την τρίτη μέρα, άκουσε βήματα και κοιτώντας είδε τη γερόντισσα να περνάει από εκεί κοντά. Γύρισε προς τον Διονύση. Αυτός σηκώθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Είπε στην γερόντισσα ότι είχε βαρεθεί να είναι μόνος, πεινασμένος και ξεπαγιασμένος. Την παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε. «Σε παρακαλώ δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι εσύ, πώς θέτεις τις σωστές ερωτήσεις στον εαυτό σου και βρίσκεις τις απαντήσεις που σε κάνουν να παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Προσπάθησα να κάνω αυτό το ταξίδι με τον τρόπο μου και με κορόιδεψαν, με λήστεψαν και με ξέχασαν. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, σε εκλιπαρώ».
Το πρόσωπό της μαλάκωσε μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό. Είπε, «Βάδισε μαζί μου και θα σου κάνω κάποιες ερωτήσεις. Εσύ θα αποφασίσεις αν κάνουν τη διαφορά ή όχι».
Ο Διονύσης σηκώθηκε και καθάρισε τη βρωμιά από τα ρούχα του. «Είμαι πρόθυμος να κάνω το κάθε τι για να βγω από την δύσκολη θέση - σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Πήγε κοντά στη γερόντισσα και προχώρησαν στο δάσος.
«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: τι πραγματικά θέλεις; Ποιο είναι το κυριότερο πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Ο Διονύσης απάντησε αμέσως. «Θέλω να βρω δουλειά, μια γυναίκα και να επιστρέψω σπίτι στην οικογένειά μου».
«Αν θα μπορούσες να έχεις δουλειά, γυναίκα και να πας σπίτι τώρα, τι θα σήμαινε αυτό για σένα;»,
ρώτησε η γερόντισσα, σουφρώνοντας τα χείλη της.
«Θα μου έδινε φαγητό, στέγη και θα τελείωνε η μοναξιά μου», απάντησε ο Διονύσης.
«Αν θα είχες φαγητό, στέγη και δεν ήσουν πια μόνος, τι θα σήμαινε αυτό για σένα που θα ήταν ακόμη πιο σημαντικό;».
«Θα μπορούσα να ξαναδώ την οικογένειά μου ξανά και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Ίσως θα μπορούσα ακόμη και να τους στηρίξω στα γηρατειά».
«Τίποτε άλλο;». Η γερόντισσα σταμάτησε σε μια λεπτή άσπρη σημύδα.
Ο Διονύσης απάντησε: «Θα ήμουν μέρος μιας κοινότητας ξανά».

«Πώς θα ήξερες ότι θα είχες πετύχει το στόχο σου;».
«Θα ήμουν με την οικογένειά μου, και με τη γυναίκα μου, κάνοντας μια δουλειά που θα μου ταίριαζε και θα στήριζα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Θα είχαμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και αρκετά περισσεύματα για να τα μοιραστούμε με τους λιγότερο τυχερούς».
«Τι σε σταματάει από το έχεις όλα αυτά τώρα;» ρώτησε η γερόντισσα.
«Έχω χαθεί, δεν ξέρω σε τι είμαι καλός, και δεν έχω βρει καμιά γυναίκα που να θέλει να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου».
«Λοιπόν, όταν κανείς είναι χαμένος ή δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να το κάνει, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει;»
Ο Διονύσης έβαλε το χέρι του στο σαγόνι του και σκέφτηκε. «Να σου πω, υποθέτω ότι θα μπορούσα να ρωτήσω. Ξέρεις καμιά γυναίκα που θα μου ταίριαζε; Ξέρεις καμιά δουλειά που θα μπορούσα να κυνηγήσω;».
«Δεν τυχαίνει να ξέρω καμιά γυναίκα που να σου ταιριάζει ή δουλειές εδώ γύρω, αλλά ξέρω έναν ταξιδευτή που γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε πώς να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν γυρίσεις πίσω στο χωριό με τις νέες ερωτήσεις στο μυαλό σου, μπορεί να βρεις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους καθ’ οδόν και τουλάχιστον ως την άνοιξη θα είσαι στο σπίτι σου».

Το Αληθινό Δίδαγμα
Ο Διονύσης σάστισε: «Γιατί δεν μου είπες τίποτε πριν; Γιατί με άφησες να κλαίω;».
«Ήσουν τόσο απασχολημένος να μου λες τι δεν πήγαινε καλά με τους ανθρώπους στη ζωή σου, που δεν πρόλαβα να πω λέξη. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το όλο σύστημα. Κάνεις τη ερώτηση για να προσδιορίσεις αυτό που θέλεις, πώς εσύ ή οι άλλοι θα επωφεληθείτε από την επιλογή σου, και πώς, όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα ξέρετε πότε έχετε φθάσει στο στόχο σας. Αν φτάσεις κάπου μη γνωρίζοντας τι ψάχνεις, μπορείς να ρωτήσεις, ‘Πώς μπορώ να εξακριβώσω τι είναι αυτό που χρειάζομαι;’. Σου είπα ότι ήταν τόσο απλό.» Η γερόντισσα δίπλωσε τα χέρια της.

Ο Διονύσης άρχισε να βρίσκει την ελπίδα και την ενέργεια που είχε χάσει, ίσως από τότε που αυτός και ο Διονύσης είχαν χωρίσει στο σταυροδρόμι. Πήρε με έξαψη τα χέρια της γυναίκας στα δικά του λέγοντας. «Σε παρακαλώ πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να αρχίσω το ταξίδι του γυρισμού τώρα αμέσως!».
Η γερόντισσα οδήγησε τον Διονύση στον ταξιδευτή, που έδειξε στον νέο το δρόμο για το σπίτι του. Πριν ξεκινήσει ο Διονύσης, η γερόντισσα του έδωσε ένα γούρι. Πάνω του ήταν γραμμένες οι τέσσερις ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρεις; Πώς θα φτάσεις εκεί; Με άλλα λόγια, που είναι το ΕΚΕΙ; Και του είπε, «Φεύγεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να έχεις αυτοπεποίθηση τώρα και ενέργεια, αλλά μπορεί να έρθει η ώρα που να είσαι χαμένος ξανά, μπερδεμένος ή μόνος. Αν έρθει αυτή η ώρα θυμήσου τις τέσσερις ερωτήσεις και κάνε τες στον εαυτό σου ή στους ανθρώπους που θα συναντάς. Αν κάνεις την ερώτηση και βρεθείς σε ένα μέρος όπου δεν ξέρεις πώς να πάρεις αυτό που θέλεις, ρώτα ακόμη μία: ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’. Συνέχισε να κάνεις τις ερωτήσεις μέχρι να αναγνωρίσεις το επόμενο βήμα του ταξιδιού σου. Κάνε αυτό το βήμα και το επόμενο μέχρι να έρθει η στιγμή να ρωτήσεις ξανά, ‘Τι θέλω; Τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρω;’. Αν έρθεις αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν μπορείς να απαντήσεις, ρώτα: ‘Πώς θα εξακριβώσω;’ ή ‘Αν γνώριζα την απάντηση, ποια θα ήταν;’. Όταν συναντάς άλλους, μπορείς να τους ρωτήσεις, ‘Τι είναι αυτό που θέλεις ή έχεις ανάγκη; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρεις πότε θα έχεις αυτό που θέλεις ή χρειάζεσαι; Πώς μπορείς να ξεκινήσεις για να το αποκτήσεις;’. Αν δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν για να πάρουν αυτό που θέλουν ή έχουν ανάγκη, ρώτησε τους, ‘Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;’.

Όταν δημιουργείς σχέσεις – συνεταιρικές ή προσωπικές – ρώτησε, ‘Τι θέλουμε ή χρειαζόμαστε; Τι θα μας φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρουμε; Πώς θα τα αποκτήσουμε; Αν δεν ξέρουμε το πώς, πώς μπορούμε να μάθουμε;’. Μπορείς να ρωτήσεις τις ίδιες ερωτήσεις πολλές φορές την ημέρα, σχετικά με μεγάλες ή μικρές αποφάσεις. Μπορείς να τις ρωτάς ξανά και ξανά μέχρι να βρεις ένα σχέδιο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του τι θέλεις. Μάλιστα, προτείνω να περνάς τα πρώτα 20 λεπτά κάθε ημέρας σου και τα τελευταία 20 λεπτά κάθε βραδιάς θέτοντας στον εαυτό σου αυτές τι ερωτήσεις και κάθε φορά που θα παίρνεις μια απάντηση που δεν είναι αυτή που θέλεις, κάνε τες επανειλημμένως μέχρι να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις και τουλάχιστον ένα πρώτο στάδιο ώστε να το αποκτήσεις ή να ανακαλύψεις πώς θα το αποκτήσεις.
Υπόσχεσαι να χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία που σου έδωσα; Γιατί αν δεν θυμάσαι να τα χρησιμοποιείς, μπορείς κάλλιστα να μου δώσεις πίσω το γούρι και να επιστρέψεις στο να είσαι χαμένος και θυμωμένος όπως ήσουν πάντα».

Ο Διονύσης υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις ερωτήσεις με κάθε ευκαιρία που είχε, ακόμα και με το ξεκίνημα και τελείωμα κάθε ημέρας, είτε το χρειαζόταν είτε όχι. Ευχαρίστησε την γερόντισσα για την ευγένεια και την καθοδήγηση της, και με τους ώμους και το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στο ταξίδι του, ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδευτής.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…