Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 6ο

Η Μεγαλύτερη Νύχτα

Μόνος και άφραγκος, ο Διονύσης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να γυρίσει. Καθώς δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για στέγη ή τροφή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένιωσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η φωτιά και το άφθονο φαγητό που ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος του αδερφός απολάμβαναν και πόσο λάθος ήταν να αφήσει το σπίτι του. Φανταζόταν όλων των ειδών τις καταστροφές να πέφτουν πάνω του. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τις παλιές του εμπειρίες και τους φόβους του για το μέλλον, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με την οικογένειά του, με τον ηλίθιο αγρότη, τον κακό έμπορο, τη διπρόσωπη κόρη του και τον κόσμο όλο. Τον κατέτρωγαν η οργή και ο φόβος. Η εσωτερική φωτιά της πικρής απογοήτευσης που ένιωθε ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και δεν ήταν κάτι πολύ παρηγορητικό. Ξαφνικά θυμήθηκε τις ερωτήσεις που του είχε κάνει ο έμπορος και πρόσεξε ότι ήταν διαφορετικές από αυτές που αυτός είχε κάνει στον αγρότη. Άρχισε να τις καλοσκέφτεται. «Τι είναι αυτό που θέλω; Και τι θα μου φέρει; Πως θα το ξέρω;», και έχτισε για τον εαυτό του ένα θαυμάσιο μέλλον στην φαντασία του. Σκεφτόταν στοίβες χρυσά νομίσματα, μια όμορφη και στοργική σύζυγο και ζωηρά παιδιά. Σκεφτόταν να κερδίζει τίμια τη ζωή του και να είναι μέλος μιας κοινότητας που μεριμνά για τα μέλη της, όπου οι άνθρωποι θα κρατούσαν τον λόγο τους και θα συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με ευγένεια και γενναιοδωρία. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και για του λόγου το αληθές, άρχισε να βλέπει τις δυνατότητες που ενυπήρχαν στις ερωτήσεις του εμπόρου, ώσπου θυμήθηκε τον αγρότη που τον έκλεψε, την σκληρή κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που τον παγίδεψε με μια υπόσχεση μόνο και μόνο για να διαλύσει τα όνειρά του. Θυμωμένος και απελπισμένος σωριάστηκε στη γη. Τι θα έκανε σε έναν τέτοιο κόσμο; Τίποτε! Καθόταν εκεί στο μικρό και φτωχικό του καταφύγιο και ο θυμός του μεγάλωνε.

Η Γερόντισσα

Λίγες μέρες αργότερα μια γερόντισσα με μια κουρελιασμένη κάπα εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου. Τα χέρια της ήταν ρυτιδιασμένα και τα μακριά της δάχτυλα χλωμά. Τον ρώτησε τι κάνει μόνος του στο δάσος; Της είπε την ιστορία του, το πώς έφυγε από την οικογένεια και πως τίποτε δεν έγινε όπως θα ήθελε. Περιέγραψε τον φτωχό αγρότη, την όμορφη κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που του λήστεψε την ευτυχία του και της είπε ότι η οικογένειά του δεν νοιάζεται για αυτόν αλλιώς δεν θα τον άφηναν να φύγει τόσο απροετοίμαστος. Και το χειρότερο ήταν, τόνισε, ότι ο πατέρας του τον άφησε να φύγει χωρίς ούτε ένα χάρτη και περιπλανήθηκε τόσο πολύ που τώρα δεν ξέρει πώς να γυρίσει στο σπίτι του. «Το λάθος είναι όλο δικό τους»,είπε, «δεν ξέρω τι θα κάνω». Ξαφνικά η οργή του κατασίγασε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γερόντισσα κοίταξε τον νέο άνδρα που κρατούσε το κεφάλι του με τα βρώμικα του χέρια και του είπε: «Φαίνεται να έχεις πολλά προβλήματα. Τι θα ήθελες να γίνει;».

«Φυσικά, δεν θέλω να περάσω τον χειμώνα στο δάσος», απάντησε ο Διονύσης, ρουφώντας τη μύτη κι αρχίζοντας να οργίζεται ξανά.

«Ακούω τι δεν θέλεις, αλλά τι θα ήθελες αντί γι αυτό;», ρώτησε η γερόντισσα.

«Τι εννοείς τι θα ήθελα αντί γι αυτό; Μόλις σου είπα ότι δεν θέλω να κρυώνω, να πεινώ και να είμαι μόνος σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακούς ανθρώπους». Ο Διονύσης εκνευρίστηκε.

«Θα ήθελα να σε βοηθήσω» είπε η γυναίκα «αλλά δεν έχω ιδέα πώς, όσο μένεις επικεντρωμένος σε ότι δεν θέλεις και στο ποιόν πρέπει να κατηγορήσεις. Εγώ, απ’ την πλευρά μου, δεν έχω συναντήσει τόσους κακούς ανθρώπους όσους εσύ, αν και έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα είχα μια αίσθηση προσανατολισμού και όταν τύχαινε να χαθώ ή να μην ξέρω τι να κάνω, ποτέ δεν ήταν για πολύ. Νομίζω πως έχω μια ιδέα για το τι άλλο να κάνεις για να αλλάξεις την κατάστασή σου, αλλά μπορώ μόνο να σε οδηγήσω, γιατί θα πρέπει εσύ ο ίδιος να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Τι παραπάνω να κάνω από αυτό που έχω κάνει;», είπε ο Διονύσης θυμωμένος. «Θα κάτσω εδώ μέχρι να παγώσω ή πεθάνω από πείνα».

«Καλώς, είναι δική σου επιλογή», απάντησε η γερόντισσα, γυρνώντας να φύγει.

«Για πες, αν έχεις αρκετή τροφή ή στέγη, γιατί δεν τα μοιράζεσαι μαζί μου;» ρώτησε ο Διονύσης, νιώθοντας μια σπίθα ελπίδας.
clip_image002«Ακόμη κι αν μοιραζόμουν ότι έχω μαζί σου, τι θα πετυχαίναμε με αυτό. Θα ήσουν καλύτερα εξοπλισμένος για να φροντίσεις τον εαυτό σου; Προτιμώ να σου διδάξω τον τρόπο να βγεις από αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι».
Ο Διονύσης σκέφτηκε για λίγο: «Εντάξει, δίδαξέ με γρήγορα γιατί πεινώ και κρυώνω και κουράστηκα να ζω έτσι».

Το Απλό Δίδαγμα

Η γερόντισσα άρχισε, «Μπορώ γρήγορα να σου πω πως εγώ σκέφτομαι για τη ζωή μου και τη δουλειά μου και μπορώ ακόμη να σου πω πώς να το κάνεις αυτό κι εσύ, αλλά είναι ένας τρόπος σκέψης πάνω στον οποίο πρέπει να εξασκηθείς. Αρχίζει με το να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις, αντί γι’ αυτό που δεν θέλεις. Σκέφτομαι για τη ζωή μου μ’ αυτόν τον τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Ο Διονύσης έδειχνε να διστάζει. «Πώς μπορεί να είναι τόσο απλό;». Γιατί δεν μπορείς να με διδάξεις τώρα; Μάλλον προσπαθείς κι εσύ να με ξεγελάσεις όπως κι όλοι οι άλλοι».

«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις», είπε η γερόντισσα. «Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, που κρυώνει και είναι δυστυχισμένος. Όταν θα είσαι έτοιμος να μάθεις πως θα πολεμήσεις τον εαυτό σου, πες να ξέρω». Η γερόντισσα τύλιξε το σάλι της σφιχτά γύρω από τους ώμους της και έφυγε με αργά βήματα.

Πέρασαν δυο μέρες κι ένα λεπτό χιόνι σκέπασε τα δέντρα και τα βράχια. Ο Διονύσης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του νιώθοντας πικρία και θυμό για την οικογένεια του.Όποτε σκεφτόταν τη γερόντισσα ένιωθε αγανάκτηση που τον άφησε εκεί ενώ εκείνη γύρισε στο ζεστό της τζάκι και στο γεμάτο της κελάρι, όπως φανταζόταν. Λεπτό το λεπτό κρύωνε και πεινούσε περισσότερο. Κάθε τόσο, όμως, αντηχούσαν στο μυαλό του τα λόγια της: «Απλά σκέφτομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι». Κάθε φορά που το σκεφτόταν, χλεύαζε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή για την κατάστασή του;

Έτοιμος για Μάθηση

Την τρίτη μέρα, άκουσε βήματα και κοιτώντας είδε τη γερόντισσα να περνάει από εκεί κοντά. Γύρισε προς τον Διονύση. Αυτός σηκώθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Είπε στην γερόντισσα ότι είχε βαρεθεί να είναι μόνος, πεινασμένος και ξεπαγιασμένος. Την παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε. «Σε παρακαλώ δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι εσύ, πώς θέτεις τις σωστές ερωτήσεις στον εαυτό σου και βρίσκεις τις απαντήσεις που σε κάνουν να παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Προσπάθησα να κάνω αυτό το ταξίδι με τον τρόπο μου και με κορόιδεψαν, με λήστεψαν και με ξέχασαν. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, σε εκλιπαρώ».

Το πρόσωπό της μαλάκωσε μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό. Είπε, «Βάδισε μαζί μου και θα σου κάνω κάποιες ερωτήσεις. Εσύ θα αποφασίσεις αν κάνουν τη διαφορά ή όχι».

Ο Διονύσης σηκώθηκε και καθάρισε τη βρωμιά από τα ρούχα του. «Είμαι πρόθυμος να κάνω το κάθε τι για να βγω από την δύσκολη θέση - σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Πήγε κοντά στη γερόντισσα και προχώρησαν στο δάσος.

«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: τι πραγματικά θέλεις; Ποιο είναι το κυριότερο πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Ο Διονύσης απάντησε αμέσως. «Θέλω να βρω δουλειά, μια γυναίκα και να επιστρέψω σπίτι στην οικογένειά μου».

«Αν θα μπορούσες να έχεις δουλειά, γυναίκα και να πας σπίτι τώρα, τι θα σήμαινε αυτό για σένα;», ρώτησε η γερόντισσα, σουφρώνοντας τα χείλη της.

«Θα μου έδινε φαγητό, στέγη και θα τελείωνε η μοναξιά μου», απάντησε ο Διονύσης.

«Αν θα είχες φαγητό, στέγη και δεν ήσουν πια μόνος, τι θα σήμαινε αυτό για σένα που θα ήταν ακόμη πιο σημαντικό;».

«Θα μπορούσα να ξαναδώ την οικογένειά μου ξανά και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Ίσως θα μπορούσα ακόμη και να τους στηρίξω στα γηρατειά».


«Τίποτε άλλο;». Η γερόντισσα σταμάτησε σε μια λεπτή άσπρη σημύδα.

Ο Διονύσης απάντησε: «Θα ήμουν μέρος μιας κοινότητας ξανά».

«Πώς θα ήξερες ότι θα είχες πετύχει το στόχο σου;».

«Θα ήμουν με την οικογένειά μου, και με τη γυναίκα μου, κάνοντας μια δουλειά που θα μου ταίριαζε και θα στήριζα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Θα είχαμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και αρκετά περισσεύματα για να τα μοιραστούμε με τους λιγότερο τυχερούς».

«Τι σε σταματάει από το έχεις όλα αυτά τώρα;» ρώτησε η γερόντισσα.

«Έχω χαθεί, δεν ξέρω σε τι είμαι καλός, και δεν έχω βρει καμιά γυναίκα που να θέλει να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου».

«Λοιπόν, όταν κανείς είναι χαμένος ή δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να το κάνει, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει;»

Ο Διονύσης έβαλε το χέρι του στο σαγόνι του και σκέφτηκε. «Να σου πω, υποθέτω ότι θα μπορούσα να ρωτήσω. Ξέρεις καμιά γυναίκα που θα μου ταίριαζε; Ξέρεις καμιά δουλειά που θα μπορούσα να κυνηγήσω;».

«Δεν τυχαίνει να ξέρω καμιά γυναίκα που να σου ταιριάζει ή δουλειές εδώ γύρω, αλλά ξέρω έναν ταξιδευτή που γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε πώς να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν γυρίσεις πίσω στο χωριό με τις νέες ερωτήσεις στο μυαλό σου, μπορεί να βρεις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους καθ’ οδόν και τουλάχιστον ως την άνοιξη θα είσαι στο σπίτι σου».

Το Αληθινό Δίδαγμα

Ο Διονύσης σάστισε: «Γιατί δεν μου είπες τίποτε πριν; Γιατί με άφησες να κλαίω;».

«Ήσουν τόσο απασχολημένος να μου λες τι δεν πήγαινε καλά με τους ανθρώπους στη ζωή σου, που δεν πρόλαβα να πω λέξη. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το όλο σύστημα. Κάνεις τη ερώτηση για να προσδιορίσεις αυτό που θέλεις, πώς εσύ ή οι άλλοι θα επωφεληθείτε από την επιλογή σου, και πώς, όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα ξέρετε πότε έχετε φθάσει στο στόχο σας. Αν φτάσεις κάπου μη γνωρίζοντας τι ψάχνεις, μπορείς να ρωτήσεις, ‘Πώς μπορώ να εξακριβώσω τι είναι αυτό που χρειάζομαι;’. Σου είπα ότι ήταν τόσο απλό.» Η γερόντισσα δίπλωσε τα χέρια της.

Ο Διονύσης άρχισε να βρίσκει την ελπίδα και την ενέργεια που είχε χάσει, ίσως από τότε που αυτός και ο Διονύσης είχαν χωρίσει στο σταυροδρόμι. Πήρε με έξαψη τα χέρια της γυναίκας στα δικά του λέγοντας. «Σε παρακαλώ πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να αρχίσω το ταξίδι του γυρισμού τώρα αμέσως!».

Η γερόντισσα οδήγησε τον Διονύση στον ταξιδευτή, που έδειξε στον νέο το δρόμο για το σπίτι του. Πριν ξεκινήσει ο Διονύσης, η γερόντισσα του έδωσε ένα γούρι. Πάνω του ήταν γραμμένες οι τέσσερις ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρεις; Πώς θα φτάσεις εκεί; Με άλλα λόγια, που είναι το ΕΚΕΙ; Και του είπε, «Φεύγεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να έχεις αυτοπεποίθηση τώρα και ενέργεια, αλλά μπορεί να έρθει η ώρα που να είσαι χαμένος ξανά, μπερδεμένος ή μόνος. Αν έρθει αυτή η ώρα θυμήσου τις τέσσερις ερωτήσεις και κάνε τες στον εαυτό σου ή στους ανθρώπους που θα συναντάς. Αν κάνεις την ερώτηση και βρεθείς σε ένα μέρος όπου δεν ξέρεις πώς να πάρεις αυτό που θέλεις, ρώτα ακόμη μία: ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’. Συνέχισε να κάνεις τις ερωτήσεις μέχρι να αναγνωρίσεις το επόμενο βήμα του ταξιδιού σου. Κάνε αυτό το βήμα και το επόμενο μέχρι να έρθει η στιγμή να ρωτήσεις ξανά, ‘Τι θέλω; Τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρω;’. Αν έρθεις αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν μπορείς να απαντήσεις, ρώτα: ‘Πώς θα εξακριβώσω;’ ή ‘Αν γνώριζα την απάντηση, ποια θα ήταν;’. Όταν συναντάς άλλους, μπορείς να τους ρωτήσεις, ‘Τι είναι αυτό που θέλεις ή έχεις ανάγκη; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρεις πότε θα έχεις αυτό που θέλεις ή χρειάζεσαι; Πώς μπορείς να ξεκινήσεις για να το αποκτήσεις;’. Αν δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν για να πάρουν αυτό που θέλουν ή έχουν ανάγκη, ρώτησε τους, ‘Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;’.

Όταν δημιουργείς σχέσεις – συνεταιρικές ή προσωπικές – ρώτησε, ‘Τι θέλουμε ή χρειαζόμαστε; Τι θα μας φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρουμε; Πώς θα τα αποκτήσουμε; Αν δεν ξέρουμε το πώς, πώς μπορούμε να μάθουμε;’. Μπορείς να ρωτήσεις τις ίδιες ερωτήσεις πολλές φορές την ημέρα, σχετικά με μεγάλες ή μικρές αποφάσεις. Μπορείς να τις ρωτάς ξανά και ξανά μέχρι να βρεις ένα σχέδιο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του τι θέλεις. Μάλιστα, προτείνω να περνάς τα πρώτα 20 λεπτά κάθε ημέρας σου και τα τελευταία 20 λεπτά κάθε βραδιάς θέτοντας στον εαυτό σου αυτές τι ερωτήσεις και κάθε φορά που θα παίρνεις μια απάντηση που δεν είναι αυτή που θέλεις, κάνε τες επανειλημμένως μέχρι να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις και τουλάχιστον ένα πρώτο στάδιο ώστε να το αποκτήσεις ή να ανακαλύψεις πώς θα το αποκτήσεις.
Υπόσχεσαι να χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία που σου έδωσα; Γιατί αν δεν θυμάσαι να τα χρησιμοποιείς, μπορείς κάλλιστα να μου δώσεις πίσω το γούρι και να επιστρέψεις στο να είσαι χαμένος και θυμωμένος όπως ήσουν πάντα».

Ο Διονύσης υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις ερωτήσεις με κάθε ευκαιρία που είχε, ακόμα και με το ξεκίνημα και τελείωμα κάθε ημέρας, είτε το χρειαζόταν είτε όχι. Ευχαρίστησε την γερόντισσα για την ευγένεια και την καθοδήγηση της, και με τους ώμους και το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στο ταξίδι του, ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδευτής.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πρόσφατα τέθηκε σε όλη blog σας και έχουν την ανάγνωση μαζί. Σκέφτηκα ότι θα αφήσει η πρώτη μου παρατήρηση. Ξέρω τι να πω εκτός από το ότι έχω απολαύσει την ανάγνωση. Νίκαια blog.