Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ' Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ (30 μέρος)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ…

Ποιος Φταίει;
Δυο μέρες πέρασαν και ο Δημήτρης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του σκεφτόμενος πόσο μίζερος, κρύος, παγωμένος και ανίκανος ήταν.
Όταν πάλι σκεφτόταν το καφέ πουλάκι, θύμωνε γιατί αυτό ήταν ελεύθερο να πετάξει μακριά και χρειαζόταν μόνο ένα μικρό μέρος για να κοιμηθεί και λίγο φαγητό για να χορτάσει.
Κάποιες φορές όμως τα λόγια του πουλιού θα περνούσαν από το μυαλό του, σχετικά με το πώς έπαιρνε αυτό που χρειαζόταν – θέτοντας, όπως ισχυριζόταν, στον εαυτό του απλές ερωτήσεις, κατάφερνε να αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα. Κάθε φορά που το σκεφτόταν, κορόιδευε. Τι ήξερε αυτό για την περίπτωση του; Εξάλλου, ακόμα και αν είχε κάποια μέθοδο, σκεφτόταν, αυτός θα ήταν πολύ κουτός για να την καταλάβει.
Την τρίτη μέρα, ο Δημήτρης ξάπλωσε στο δάπεδο της σπηλιάς και ονειρευόταν ότι ήταν στο σπίτι του, στο δικό του ζεστό κρεβάτι, με την μητέρα του να μαγειρεύει σούπα στη φωτιά και τον πατέρα του και τα αδέρφια του να γελάνε από μέσα. Τον ξύπνησε απότομα ένα όμορφο τραγούδι. Κοίταξε στο δέντρο από πάνω του και είδε το πουλάκι. Αυτό είπε ότι ανακουφίστηκε που τον έβρισκε ζωντανό, καθώς η θερμοκρασία είχε πέσει ακόμη περισσότερο και ένα καινούριο στρώμα χιονιού είχε καλύψει τα πάντα.
Ανακάθισε και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μαγουλά του. Είπε στο καφέ πουλάκι ότι κουράστηκε από την μοναξιά, το κρύο και την πείνα. Το ικέτεψε να του πει πώς θα πάρει αυτό που θέλει. «Σε παρακαλώ, δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι,» είπε, «πώς κάνεις στον εαυτό σου τις σωστές ερωτήσεις, και μετά βρίσκεις τις απαντήσεις ώστε να πάρεις όσα χρειάζεσαι. Είπες ότι είναι πολύ απλό. Αν είναι απλό λοιπόν, θέλω να μου το διδάξεις. Είμαι ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΣ. Προσπάθησα να βρω τον δρόμο μου στον κόσμο άλλα το μόνο που βρήκα ήταν λύπη. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ βρες την καλοσύνη στην καρδιά σου και βοήθησε με, σε ικετεύω!»

Το Μάθημα
Τότε το πουλάκι είπε, «Σήκω πάνω και ξεσκονίσου. Μετά θα πηδήξω στον ώμο σου και καθώς θα πηγαίνουμε έναν περίπατο θα σε ρωτάω κάποια πράγματα. Είσαι εντάξει μ’ αυτό;»
Είμαι πρόθυμος να κάνω οτιδήποτε για να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση!» φώναξε ο Δημήτρης καθώς σηκώθηκε από κάτω και ξεσκόνισε τα ρούχα του.
«Ρώτα με!»
Το καφέ πουλάκι βολεύτηκε στον ώμο του Δημήτρη και τίναξε τα φτερά του. «Ωραία, ας αρχίσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: Τι θέλεις πραγματικά; Τι είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;»
Αυτή η ερώτηση είναι εύκολη, σκέφτηκε ο Δημήτρης.
«Θέλω να πάω σπίτι.»
«Ωραία» είπε το πουλάκι. «Ερώτηση νούμερο δύο: Αν μπορούσες να πας σπίτι αυτή τη στιγμή, τι καλό θα έκανε αυτό για ‘σένα;»
Ακόμη μια εύκολη απάντηση. «Θα μου πρόσφερε φαγητό και στέγη και θα έβαζε ένα τέλος στην μοναξιά μου.»
«Αν είχες φαγητό και στέγη και δεν ήσουν μόνος άλλο πια, τι θα κέρδιζες από αυτό που είναι ακόμη πιο σημαντικό;»
Ο Δημήτρης σκέφτηκε για μια στιγμή. «Λοιπόν, θα μου έδινε πίσω την οικογένεια μου και την κοινότητα μου.»
«Τίποτα άλλο;»
«Θα είχα γαλήνη και δεν θα χρειαζόταν να περιπλανιέμαι.»
Το καφέ πουλάκι χαμογέλασε μέσα του. «Ερώτηση τρίτη, λοιπόν: πώς θα ξέρεις ότι έφτασες εκεί; Ή με άλλα λόγια, Που είναι το ΕΚΕΙ; Και πώς θα το αναγνωρίσεις; Είναι πολύ σημαντικό για ‘σένα να είσαι συγκεκριμένος.»
«Θα έχω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου και θα έχω γεμάτη την κοιλιά μου. Θα είμαι ζεστός, η οικογένεια μου και οι φίλοι μου θα είναι όλοι γύρω μου και η καρδιά μου θα είναι γεμάτη χαρά.»
«Τι σε εμποδίζει απ’ το να έχεις αυτά τα πράγματα τώρα;»ρώτησε το πουλάκι.
Ο Δημήτρης απάντησε στην τέταρτη ερώτηση. «Είμαι χαμένος.»
«Όταν κάποιος χάνεται, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει για να διορθώσει την κατάσταση;»
«Ε, υποθέτω θα μπορούσα να ζητήσω οδηγίες. Ξέρεις πώς μπορώ να φτάσω σπίτι μου;»
«Περίεργο που ρωτάς» χαμογέλασε αυτάρεσκα το καφέ πουλάκι. «Τυχαίνει να γνωρίζω ότι ένας φίλος μου, ο οποίος είναι μεγάλος και δυνατός, και πετάει ψηλά και μακριά γνωρίζει κάθε εκατοστό αυτής της περιοχής για 800 χιλιόμετρα. Θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε αυτόν, αν θέλεις.»
Ο Δημήτρης απογοητεύτηκε. «Γιατί δεν μου το είπες αυτό πριν; Γιατί με άφησες να βασανίζομαι;»
«Δε με ρώτησες ποτέ» απάντησε απλά το πουλάκι. «Δενμπορώ να διαβάσω το μυαλό σου. Δεν ήξερα τι ήθελες.Συμπεριφερόσουν σαν να ήθελες να καθίσεις εκεί, να λυπάσαι και να κατηγορείς τον εαυτό σου. Έτσι κι εγώ σε άφησα μόνο σου, όπως και επιθυμούσες. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η όλη μέθοδος. Σου είπα ότι είναι απλό.»
Ο Δημήτρης ανυπομονούσε. «Πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να ξεκινήσω το ταξίδι για το σπίτι μου αμέσως!»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 7ο

Ένας Άλλος Αγρότης

Όπως περπατούσε, έφτασε σε μια φάρμα. Ήταν φτωχική και ο αγρότης είχε λίγες αποθήκες, άλλα προσέφερε στον νεαρό ταξιδιώτη ένα μέρος για να κοιμηθεί και ένα γεύμα. Ο αγρότης ανησυχούσε για το πώς θα επιβιώσει αυτός και η οικογένεια του, και ζήτησε από τον νέο ένα δάνειο για να μπορέσει να αγοράσει σπόρους. Ο νέος άρχισε να μοιράζεται με τον αγρότη το πόσο δύσκολη ήταν η ζωή, πώς είχε χάσει όλα τα χρήματα του από έναν ανέντιμο αγρότη, και πώς δεν ήταν διατεθειμένος να πιαστεί κορόιδο για δεύτερη φορά. Αλλά θυμήθηκε την γερόντισσα και τελικά ρώτησε τον αγρότη, «Τι ακριβώς είναι αυτό που θέλεις;». Ο αγρότης απάντησε ότι θέλει να φυτέψει και να καλλιεργήσει καλύτερες σοδειές τον επόμενο χρόνο.


«Τι θα σου φέρει αυτό;» ρώτησε ο Διονύσης. Ο αγρότης αποκρίθηκε ότι αν η φάρμα παρήγαγε ξανά, τότε θα ήταν ικανός να φροντίσει τον εαυτό του και την οικογένεια του.


«Πώς θα το ξέρεις όταν τα πράγματα θα πηγαίνουν καλά;». Ο αγρότης άρχισε να περιγράφει πώς θα πήγαινε ο χρόνος: από την προετοιμασία της γης στο φύτεμα των σπόρων και στο θερισμό της σοδειάς. Δεν υπήρχε όμως τρόπος να προβλέψεις το ποσό του νερού που θα ήταν διαθέσιμο, καθώς τα τελευταία χρόνια υπήρχε ξηρασία.


«Πώς λοιπόν θα ξεκινήσεις να καλλιεργείς σοδειές για να ταΐσεις την οικογένεια σου, ακόμα και αν η βροχή δεν έρθει ξανά αυτό το χρόνο;», ρώτησε ο Διονύσης.


«Δεν ξέρω», απάντησε ο αγρότης.


Ο Διονύσης θυμήθηκε την ερώτηση και ρώτησε, «Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;»
clip_image002
Ο αγρότης σκέφτηκε για λίγο και θυμήθηκε πως υπήρχε ένας άνθρωπος στο χωριό που είχε μαζέψει μια καλή σοδειά, παρά την ξηρασία. «Θα μπορούσα να ρωτήσω τον γερο-Δάμο πώς καλλιεργούσε σε αυτούς του ξηρούς καιρούς».
Και έτσι έκανε. Ο Διονύσης έμεινε για να βοηθήσει τον αγρότη να φυτέψει σοδειές όπως ο γερο-Δάμος και να φροντίσει για αυτές όπως ο γερο-Δάμος. Την εποχή του θερισμού, ο αγρότης είχε αρκετά για την οικογένεια του καθώς και κάποιο περίσσευμα. Αυτό το έδωσε στον Διονύση από ευγνωμοσύνη για την βοήθεια του. Ο Διονύσης πήρε κάποιο μέρος και το πούλησε στην επόμενη πόλη για να αναπληρώσει τα χρήματα του και συνέχισε το ταξίδι του. Πριν φύγει, θύμισε στον αγρότη τις τέσσερις ερωτήσεις: τι θέλω, τι θα μου φέρει, πώς θα το ξέρω, και πώς θα φτάσω εκεί; (Πού ακριβώς είναι το ΕΚΕΙ;). Με ένα χαμόγελο, ο αγρότης απάντησε, «Και η πέμπτη ερώτηση είναι ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’»


Ο Διονύσης πήρε λοιπόν το δρόμο του. Στην αγορά της πόλης μπόρεσε να πουλήσει το περίσσευμα της σοδειάς σε καλή τιμή γιατί η περιοχή βασανιζόταν από ξηρασία, και έτσι κατάφερε να βάλει πάλι λεφτά στην τσέπη του όπως και ήλπιζε.

Βρίσκοντας την Αγαπημένη

Ενώ ήταν στην αγορά ο Διονύσης πρόσεξε έναν έμπορο και την όμορφη κόρη του, την Δήμητρα. Τόσο πολύ του άρεσε η κόρη, ώστε αποφάσισε να παραμείνει εκεί γύρω για να δει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.
clip_image004Πολιόρκησε την κοπέλα αρκετές εβδομάδες και τελικά πλησίασε τον πατέρα της για να ζητήσει το χέρι της Δήμητρας σε γάμο. Ο έμπορος ρώτησε τον Διονύση, «Τι θέλεις;».
Ο Διονύσης απάντησε ξεκάθαρα, «Κύριε, επιθυμώ να μοιραστώ την ζωή μου με την όμορφη κόρη σας και θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να φροντίσω για αυτήν και να την κάνω ευτυχισμένη».


Ο έμπορος ρώτησε, «Τι θα σου φέρει αυτό;».


Ο Διονύσης αποκρίθηκε, «Θα είμαι χαρούμενος να φροντίζω την κόρη σας και την οικογένεια μου, μαθαίνοντας να την συντηρώ, και βοηθώντας εσάς όπως μπορώ. Αν το κάνω αυτό θα έχω μία οικογένεια, μία κοινότητα, και μια ζωή για την οποία θα είμαι περήφανος».
Και ο έμπορος τον ρώτησε, «Πώς θα ξέρεις ότι κατάφερες αυτά τα πράγματα;»


Ο Διονύσης απάντησε ειλικρινώς, «Δεν μπορώ βέβαια να προβλέψω το μέλλον, αλλά μπορώ να σας πω ότι θα ζω με μία όμορφη γυναίκα, θα μεγαλώνω τα παιδιά μας, θα τα συντηρώ καλά με καλλιέργειες και εμπόριο, και θα μαθαίνω κάτι κάθε μέρα».


Ο έμπορος χαμογέλασε μπροστά στην ειλικρίνεια του Διονύση και είπε, «Έχεις την ευλογία μου».


Ο Διονύσης παντρεύτηκε την κόρη του εμπόρου στο πιο όμορφο πανδοχείο της πόλης.
Άρχισαν να χτίζουν τη ζωή τους μαζί, και συνεχώς ο καλός γαμπρός βοηθούσε τον έμπορο να επεκτείνει την επιχείρηση του σημαντικά, χρησιμοποιώντας τις ερωτήσεις πάνω στο γούρι της γερόντισσας.
Κάποια στιγμή ο Διονύσης όμως επιθύμησε την οικογένεια του και το σπίτι της παιδικής του ηλικίας. Μία ανοιξιάτικη μέρα αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι πίσω, τώρα που είχε τόσα θετικά πράγματα να μοιραστεί με την οικογένεια του σχετικά με τη νέα του ζωή. Ο πεθερός του, του ζήτησε να εμπορεύεται καθ’ οδόν και του έδωσε συστάσεις για πολλούς εμπόρους.
Εμπιστεύτηκε τον Διονύση, ότι θα κάνει καλή δουλειά, επειδή είχε μάθει πως ό,τι και να συμβεί ο Διονύσης είχε τις τέσσερις ερωτήσεις, «Τι θέλω, τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρω, πώς θα φτάσω εκεί;». Και αν ποτέ ο Διονύσης έπιανε τον εαυτό του να λέει, «Δεν ξέρω», ο έμπορος ήξερε ότι η επόμενη ερώτηση του Διονύσης θα ήταν «Πώς μπορώ να εξακριβώσω;». Έτσι έγινε, και ο Διονύσης έφτασε πίσω στο ίδιο σταυροδρόμι στο οποίο ξεκίνησε πριν τόσο καιρό, για να βρει τον αδερφό του ήδη εκεί, με τις δικές του περιπέτειες για να μοιραστεί.
Πέρασαν την υπόλοιπη μέρα περπατώντας προς το χωριό μαζί, και ο καθένας έλεγε με τη σειρά του τι συνέβη και πώς άλλαξε η ζωή του. Το πιο εκπληκτικό ήταν όταν κατάλαβαν πως και οι δύο είχαν διδαχθεί τις ίδιες ερωτήσεις κάτω από διαφορετικές συνθήκες, και πως οι ερωτήσεις ήταν ο λόγος που οι ζωές τους άλλαξαν άρδην. Καθώς έπεσε η νύχτα ο Δημήτρης και ο Διονύσης έφτασαν στο παλιό τους χωριό και άρχισαν να τρέχουν μόλις το σπίτι τους έγινε ορατό μέσα στο μουντό φως του απόβραδου. Μόλις έφτασαν, πετάχτηκαν μέσα δίχως να χτυπήσουν, ανυπόμονοι για τις αγκαλιές της οικογένειας τους. Βρήκαν μια λάμπα κηροζίνης να καίει πάνω στο τραπέζι, αλλά κανέναν σπίτι.
clip_image006
Μέρος 3. Επιστρέφοντας Σπίτι
Αντιμετωπίζοντας την Ένταση

Ο Δανιήλ ήταν ένας δυναμικός άνδρας. Διοικούσε την κληρονομημένη επιχείρησή του αποτελεσματικά και στη ζωή του δεν χρειάστηκε να παλέψει. Ο πατέρας του είχε κάνει διεξοδική δουλειά όταν έστηνε το παντοπωλείο , και το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Δανιήλ ήταν απλά να την διατηρήσει, καθώς οι κάτοικοι του χωριού ήταν έντιμοι άνθρωποι και πάντα εξοφλούσαν τα χρέη τους. Ο Δανιήλ ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος. Όταν κάποιο πρόβλημα παρουσιαζόταν στο κατάστημα, ο Δανιήλ ανέλυε την κατάσταση, έβρισκε τι δεν πάει καλά και γιατί, ανακάλυπτε τι τον εμπόδιζε από το να φτάσει στο αποτέλεσμα που ήθελε, και θεράπευε το πρόβλημα διορθώνοντας την κατάσταση άμεσα και αποτελεσματικά, είτε φέρνοντας νέο εμπόρευμα είτε με τρόπο εισπράττοντας από τους οφειλέτες τα χρήματά του.
Ο Δαμιανός, σαν μεγαλύτερος γιος, έγινε Βοηθός Διευθυντή, και άρχισε να συνεργάζεται με τον πατέρα του. Ο Δαμιανός ήταν ένας έξυπνος, όμορφος και ευγενικός άνθρωπος. Ο πατέρας φρόντιζε για τα θέματα στρατηγικής και τους σημαντικούς πελάτες ενώ ο Δαμιανός χειριζόταν το θέμα των υπηρεσιών και διηύθυνε το κομμάτι των προμηθευτών του καταστήματος.
Ο χρόνος κατά τον οποίο οι νεότεροι αδερφοί του Δαμιανού έφυγαν για να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους ήταν δύσκολος. Το καλοκαίρι ο καιρός ήτανε βάναυσα καυτός και μια μοιραία ξηρασία είχε ως αποτέλεσμα να ξεραθούνε όλες οι καλλιέργειες. Πολλοί αγρότες δεν είχαν χρήματα για να ξεπληρώσουν τις οφειλές τους στο παντοπωλείο. Ο Δανιήλ είχε παραχωρήσει πολλές πιστώσεις σε παλιούς πελάτες του, βασισμένα μόνο στην καλή τους σχέση, και κάτι τέτοιο έγινε προβληματικό για το κατάστημα. Γιατί καθώς οι αγρότες χρεοκοπούσαν, έπαιρναν μαζί τους και το παντοπωλείο. Το παντοπωλείο έχασε περίπου το 95% του κεφαλαίου του εκείνο το χρόνο και πάλευε για να επιβιώσει.
Ο Δανιήλ και ο Δαμιανός κάθισαν να αναλύσουν την κατάσταση.
Ο Δανιήλ ξεκίνησε την συνεδρίαση. «Έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Έχουμε χάσει πολλά λεφτά και δεν μπορούμε να πληρώσουμε τους προμηθευτές.


Ο Δαμιανός ρώτησε, «Γιατί τους έδωσες αυτές τις πιστώσεις χωρίς δικλίδες ασφαλείας;».


«Γιατί γνωρίζω αυτούς τους αγρότες χρόνια και δεν είχαμε ποτέ προβλήματα.


Δεν μπορώ να καταλάβω πώς συνέβη αυτό σε ‘μένα».


«Κατ’ εμέ, είναι δικιά σου ευθύνη», γκρίνιαξε ο Δαμιανός. «Εσύ δημιούργησες όλο αυτό το χάος με το να εμπιστευτείς σε αυτούς τους ανθρώπους αγορές και πιστώσεις με κακούς όρους για το κατάστημα.


«Το φταίξιμο δεν είναι δικό μου», απάντησε ο Δανιήλ. «Με όλη την επιχειρησιακή σου εμπειρία θα έπρεπε να είχες προβλέψει κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έκανες τίποτα;».


«Δεν φταίω εγώ!», φώναξε ο Δαμιανός, χτυπώντας την γροθιά του στο τραπέζι.


«Γιατί δεν προέβλεψες την ξηρασία;


Σύμφωνα με την συμπεριφορά του καιρού των τελευταίων χρόνων, ήταν σίγουρο ότι θα είχαμε περίοδο ξηρασίας».
«Πότε έχω το χρόνο να κάτσω και να μελετήσω τη συμπεριφορά του καιρού; Είμαι ο ιδιοκτήτης του γενικού παντοπωλείου, όχι ο Ηλίας, ο χαζός του χωριού», αποκρίθηκε ο Δανιήλ.
Και έτσι πήγε η συζήτηση για πολλές ώρες, πατέρας και γιος να αναπτύσσουν ο καθένας την δική του ανάλυση του προβλήματος, και να ρίχνουν το φταίξιμο ο ένας στον άλλο. Και δεν τους έβγαζε πουθενά.

Θύματα του Άγχους

«Καθώς έπεσε το σκοτάδι, ο Δαμιανός έσπρωξε πίσω την καρέκλα του με οργή και έφυγε από το σπίτι για να πάρει λίγο καθαρό βραδινό αέρα. Ο Δανιήλ έμεινε ακίνητος, με τις ίδιες ερωτήσεις να αντηχούν επανειλημμένα στο κεφάλι του, «Τι πήγε στραβά; Γιατί πρέπει να υποφέρουμε; Που έκανα λάθος; Ποιος φταίει; Γιατί;».
clip_image008Ανέμειξε αυτά τα ερωτήματα με την σκέψη του πόσο υπέροχη θα ήταν η ζωή του αν δεν είχε αυτό το πρόβλημα. Ξανά και ξανά, συνάντησε τα ίδια τρομερά αισθήματα που ένιωσε όταν έμαθε για πρώτη φορά τις απώλειες των πελατών του. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για εβδομάδες και ο Δανιήλ ένιωθε όλο και χειρότερα. Η καρδιά του δεν άντεξε στην πίεση και μία μέρα κατέρρευσε στο πάτωμα του σπιτιού του.
Είχε την τύχη όμως να τον δει ο γείτονας του, ο ράφτης, και να τον πάει στο γιατρό της πόλης. Ενώ ξάπλωνε ανίκανος να κινηθεί στο στενό κρεβάτι στο σπίτι του γιατρού, αντιμετώπισε άλλη μια σειρά δύσκολων ερωτήσεων, «Γιατί έπρεπε να αρρωστήσω σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν το παντοπωλείο αντιμετωπίζει τόσο σοβαρά προβλήματα; Γιατί δεν με τάισε η γυναίκα μου υγιεινό φαγητό και με έβαλε να δουλέψω στον κήπο μαζί της; Γιατί η ζωή είναι τόσο άδικη μαζί μου;».
Εντωμεταξύ, ο Δαμιανός πήρε τον έλεγχο του παντοπωλείου. Οργάνωσε αρκετές συνελεύσεις προσωπικού καθώς και προσωπικές συναντήσεις με κάθε προμηθευτή ξεχωριστά. Ξόδεψε αρκετό χρόνο για να εξηγήσει στους ανθρώπους του γιατί ήταν αυτοί υπεύθυνοι για την αποτυχία του παντοπωλείου και απαίτησε γραπτές εξηγήσεις και δικαιολόγηση από όλους. Ξεχώρισε δύο ανθρώπους οι οποίοι πρότειναν τις περισσότερες από τις πιστώσεις στον πατέρα του και μετά από σύντομες συνεντεύξεις, τους απέλυσε και τους δύο.
Και επειδή ενός κακού μύρια έπονται, ένα μεγαλύτερο παντοπωλείο από ένα γειτονικό χωριό ετοιμαζόταν να ανοίξει ένα κατάστημα στην άλλη μεριά του χωματόδρομου. Ο ταμίας που δούλευε στο παντοπωλείο από τα χρόνια του παππού του Δαμιανού αγανάκτησε τόσο πολύ με τον τρόπο που ασκούσε ο Δαμιανός την διοίκηση, που σηκώθηκε και έφυγε από την πόλη, παίρνοντας μαζί του γνώσεις δύο γενεών και τα εναπομείναντα μετρητά. Ο Δαμιανός έμεινε με μία επιχείρηση που βούλιαζε, με λίγους τελευταίους πελάτες, καθόλου μετρητά, δυσαρεστημένους υπαλλήλους και έναν άρρωστο πατέρα που δεν μπορούσε να βοηθήσει.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 6ο

Η Μεγαλύτερη Νύχτα

Μόνος και άφραγκος, ο Διονύσης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να γυρίσει. Καθώς δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για στέγη ή τροφή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένιωσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η φωτιά και το άφθονο φαγητό που ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος του αδερφός απολάμβαναν και πόσο λάθος ήταν να αφήσει το σπίτι του. Φανταζόταν όλων των ειδών τις καταστροφές να πέφτουν πάνω του. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τις παλιές του εμπειρίες και τους φόβους του για το μέλλον, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με την οικογένειά του, με τον ηλίθιο αγρότη, τον κακό έμπορο, τη διπρόσωπη κόρη του και τον κόσμο όλο. Τον κατέτρωγαν η οργή και ο φόβος. Η εσωτερική φωτιά της πικρής απογοήτευσης που ένιωθε ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και δεν ήταν κάτι πολύ παρηγορητικό. Ξαφνικά θυμήθηκε τις ερωτήσεις που του είχε κάνει ο έμπορος και πρόσεξε ότι ήταν διαφορετικές από αυτές που αυτός είχε κάνει στον αγρότη. Άρχισε να τις καλοσκέφτεται. «Τι είναι αυτό που θέλω; Και τι θα μου φέρει; Πως θα το ξέρω;», και έχτισε για τον εαυτό του ένα θαυμάσιο μέλλον στην φαντασία του. Σκεφτόταν στοίβες χρυσά νομίσματα, μια όμορφη και στοργική σύζυγο και ζωηρά παιδιά. Σκεφτόταν να κερδίζει τίμια τη ζωή του και να είναι μέλος μιας κοινότητας που μεριμνά για τα μέλη της, όπου οι άνθρωποι θα κρατούσαν τον λόγο τους και θα συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με ευγένεια και γενναιοδωρία. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και για του λόγου το αληθές, άρχισε να βλέπει τις δυνατότητες που ενυπήρχαν στις ερωτήσεις του εμπόρου, ώσπου θυμήθηκε τον αγρότη που τον έκλεψε, την σκληρή κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που τον παγίδεψε με μια υπόσχεση μόνο και μόνο για να διαλύσει τα όνειρά του. Θυμωμένος και απελπισμένος σωριάστηκε στη γη. Τι θα έκανε σε έναν τέτοιο κόσμο; Τίποτε! Καθόταν εκεί στο μικρό και φτωχικό του καταφύγιο και ο θυμός του μεγάλωνε.

Η Γερόντισσα

Λίγες μέρες αργότερα μια γερόντισσα με μια κουρελιασμένη κάπα εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου. Τα χέρια της ήταν ρυτιδιασμένα και τα μακριά της δάχτυλα χλωμά. Τον ρώτησε τι κάνει μόνος του στο δάσος; Της είπε την ιστορία του, το πώς έφυγε από την οικογένεια και πως τίποτε δεν έγινε όπως θα ήθελε. Περιέγραψε τον φτωχό αγρότη, την όμορφη κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που του λήστεψε την ευτυχία του και της είπε ότι η οικογένειά του δεν νοιάζεται για αυτόν αλλιώς δεν θα τον άφηναν να φύγει τόσο απροετοίμαστος. Και το χειρότερο ήταν, τόνισε, ότι ο πατέρας του τον άφησε να φύγει χωρίς ούτε ένα χάρτη και περιπλανήθηκε τόσο πολύ που τώρα δεν ξέρει πώς να γυρίσει στο σπίτι του. «Το λάθος είναι όλο δικό τους»,είπε, «δεν ξέρω τι θα κάνω». Ξαφνικά η οργή του κατασίγασε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γερόντισσα κοίταξε τον νέο άνδρα που κρατούσε το κεφάλι του με τα βρώμικα του χέρια και του είπε: «Φαίνεται να έχεις πολλά προβλήματα. Τι θα ήθελες να γίνει;».

«Φυσικά, δεν θέλω να περάσω τον χειμώνα στο δάσος», απάντησε ο Διονύσης, ρουφώντας τη μύτη κι αρχίζοντας να οργίζεται ξανά.

«Ακούω τι δεν θέλεις, αλλά τι θα ήθελες αντί γι αυτό;», ρώτησε η γερόντισσα.

«Τι εννοείς τι θα ήθελα αντί γι αυτό; Μόλις σου είπα ότι δεν θέλω να κρυώνω, να πεινώ και να είμαι μόνος σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακούς ανθρώπους». Ο Διονύσης εκνευρίστηκε.

«Θα ήθελα να σε βοηθήσω» είπε η γυναίκα «αλλά δεν έχω ιδέα πώς, όσο μένεις επικεντρωμένος σε ότι δεν θέλεις και στο ποιόν πρέπει να κατηγορήσεις. Εγώ, απ’ την πλευρά μου, δεν έχω συναντήσει τόσους κακούς ανθρώπους όσους εσύ, αν και έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα είχα μια αίσθηση προσανατολισμού και όταν τύχαινε να χαθώ ή να μην ξέρω τι να κάνω, ποτέ δεν ήταν για πολύ. Νομίζω πως έχω μια ιδέα για το τι άλλο να κάνεις για να αλλάξεις την κατάστασή σου, αλλά μπορώ μόνο να σε οδηγήσω, γιατί θα πρέπει εσύ ο ίδιος να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Τι παραπάνω να κάνω από αυτό που έχω κάνει;», είπε ο Διονύσης θυμωμένος. «Θα κάτσω εδώ μέχρι να παγώσω ή πεθάνω από πείνα».

«Καλώς, είναι δική σου επιλογή», απάντησε η γερόντισσα, γυρνώντας να φύγει.

«Για πες, αν έχεις αρκετή τροφή ή στέγη, γιατί δεν τα μοιράζεσαι μαζί μου;» ρώτησε ο Διονύσης, νιώθοντας μια σπίθα ελπίδας.
clip_image002«Ακόμη κι αν μοιραζόμουν ότι έχω μαζί σου, τι θα πετυχαίναμε με αυτό. Θα ήσουν καλύτερα εξοπλισμένος για να φροντίσεις τον εαυτό σου; Προτιμώ να σου διδάξω τον τρόπο να βγεις από αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι».
Ο Διονύσης σκέφτηκε για λίγο: «Εντάξει, δίδαξέ με γρήγορα γιατί πεινώ και κρυώνω και κουράστηκα να ζω έτσι».

Το Απλό Δίδαγμα

Η γερόντισσα άρχισε, «Μπορώ γρήγορα να σου πω πως εγώ σκέφτομαι για τη ζωή μου και τη δουλειά μου και μπορώ ακόμη να σου πω πώς να το κάνεις αυτό κι εσύ, αλλά είναι ένας τρόπος σκέψης πάνω στον οποίο πρέπει να εξασκηθείς. Αρχίζει με το να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις, αντί γι’ αυτό που δεν θέλεις. Σκέφτομαι για τη ζωή μου μ’ αυτόν τον τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Ο Διονύσης έδειχνε να διστάζει. «Πώς μπορεί να είναι τόσο απλό;». Γιατί δεν μπορείς να με διδάξεις τώρα; Μάλλον προσπαθείς κι εσύ να με ξεγελάσεις όπως κι όλοι οι άλλοι».

«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις», είπε η γερόντισσα. «Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, που κρυώνει και είναι δυστυχισμένος. Όταν θα είσαι έτοιμος να μάθεις πως θα πολεμήσεις τον εαυτό σου, πες να ξέρω». Η γερόντισσα τύλιξε το σάλι της σφιχτά γύρω από τους ώμους της και έφυγε με αργά βήματα.

Πέρασαν δυο μέρες κι ένα λεπτό χιόνι σκέπασε τα δέντρα και τα βράχια. Ο Διονύσης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του νιώθοντας πικρία και θυμό για την οικογένεια του.Όποτε σκεφτόταν τη γερόντισσα ένιωθε αγανάκτηση που τον άφησε εκεί ενώ εκείνη γύρισε στο ζεστό της τζάκι και στο γεμάτο της κελάρι, όπως φανταζόταν. Λεπτό το λεπτό κρύωνε και πεινούσε περισσότερο. Κάθε τόσο, όμως, αντηχούσαν στο μυαλό του τα λόγια της: «Απλά σκέφτομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι». Κάθε φορά που το σκεφτόταν, χλεύαζε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή για την κατάστασή του;

Έτοιμος για Μάθηση

Την τρίτη μέρα, άκουσε βήματα και κοιτώντας είδε τη γερόντισσα να περνάει από εκεί κοντά. Γύρισε προς τον Διονύση. Αυτός σηκώθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Είπε στην γερόντισσα ότι είχε βαρεθεί να είναι μόνος, πεινασμένος και ξεπαγιασμένος. Την παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε. «Σε παρακαλώ δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι εσύ, πώς θέτεις τις σωστές ερωτήσεις στον εαυτό σου και βρίσκεις τις απαντήσεις που σε κάνουν να παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Προσπάθησα να κάνω αυτό το ταξίδι με τον τρόπο μου και με κορόιδεψαν, με λήστεψαν και με ξέχασαν. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, σε εκλιπαρώ».

Το πρόσωπό της μαλάκωσε μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό. Είπε, «Βάδισε μαζί μου και θα σου κάνω κάποιες ερωτήσεις. Εσύ θα αποφασίσεις αν κάνουν τη διαφορά ή όχι».

Ο Διονύσης σηκώθηκε και καθάρισε τη βρωμιά από τα ρούχα του. «Είμαι πρόθυμος να κάνω το κάθε τι για να βγω από την δύσκολη θέση - σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Πήγε κοντά στη γερόντισσα και προχώρησαν στο δάσος.

«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: τι πραγματικά θέλεις; Ποιο είναι το κυριότερο πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Ο Διονύσης απάντησε αμέσως. «Θέλω να βρω δουλειά, μια γυναίκα και να επιστρέψω σπίτι στην οικογένειά μου».

«Αν θα μπορούσες να έχεις δουλειά, γυναίκα και να πας σπίτι τώρα, τι θα σήμαινε αυτό για σένα;», ρώτησε η γερόντισσα, σουφρώνοντας τα χείλη της.

«Θα μου έδινε φαγητό, στέγη και θα τελείωνε η μοναξιά μου», απάντησε ο Διονύσης.

«Αν θα είχες φαγητό, στέγη και δεν ήσουν πια μόνος, τι θα σήμαινε αυτό για σένα που θα ήταν ακόμη πιο σημαντικό;».

«Θα μπορούσα να ξαναδώ την οικογένειά μου ξανά και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Ίσως θα μπορούσα ακόμη και να τους στηρίξω στα γηρατειά».


«Τίποτε άλλο;». Η γερόντισσα σταμάτησε σε μια λεπτή άσπρη σημύδα.

Ο Διονύσης απάντησε: «Θα ήμουν μέρος μιας κοινότητας ξανά».

«Πώς θα ήξερες ότι θα είχες πετύχει το στόχο σου;».

«Θα ήμουν με την οικογένειά μου, και με τη γυναίκα μου, κάνοντας μια δουλειά που θα μου ταίριαζε και θα στήριζα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Θα είχαμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και αρκετά περισσεύματα για να τα μοιραστούμε με τους λιγότερο τυχερούς».

«Τι σε σταματάει από το έχεις όλα αυτά τώρα;» ρώτησε η γερόντισσα.

«Έχω χαθεί, δεν ξέρω σε τι είμαι καλός, και δεν έχω βρει καμιά γυναίκα που να θέλει να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου».

«Λοιπόν, όταν κανείς είναι χαμένος ή δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να το κάνει, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει;»

Ο Διονύσης έβαλε το χέρι του στο σαγόνι του και σκέφτηκε. «Να σου πω, υποθέτω ότι θα μπορούσα να ρωτήσω. Ξέρεις καμιά γυναίκα που θα μου ταίριαζε; Ξέρεις καμιά δουλειά που θα μπορούσα να κυνηγήσω;».

«Δεν τυχαίνει να ξέρω καμιά γυναίκα που να σου ταιριάζει ή δουλειές εδώ γύρω, αλλά ξέρω έναν ταξιδευτή που γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε πώς να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν γυρίσεις πίσω στο χωριό με τις νέες ερωτήσεις στο μυαλό σου, μπορεί να βρεις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους καθ’ οδόν και τουλάχιστον ως την άνοιξη θα είσαι στο σπίτι σου».

Το Αληθινό Δίδαγμα

Ο Διονύσης σάστισε: «Γιατί δεν μου είπες τίποτε πριν; Γιατί με άφησες να κλαίω;».

«Ήσουν τόσο απασχολημένος να μου λες τι δεν πήγαινε καλά με τους ανθρώπους στη ζωή σου, που δεν πρόλαβα να πω λέξη. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το όλο σύστημα. Κάνεις τη ερώτηση για να προσδιορίσεις αυτό που θέλεις, πώς εσύ ή οι άλλοι θα επωφεληθείτε από την επιλογή σου, και πώς, όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα ξέρετε πότε έχετε φθάσει στο στόχο σας. Αν φτάσεις κάπου μη γνωρίζοντας τι ψάχνεις, μπορείς να ρωτήσεις, ‘Πώς μπορώ να εξακριβώσω τι είναι αυτό που χρειάζομαι;’. Σου είπα ότι ήταν τόσο απλό.» Η γερόντισσα δίπλωσε τα χέρια της.

Ο Διονύσης άρχισε να βρίσκει την ελπίδα και την ενέργεια που είχε χάσει, ίσως από τότε που αυτός και ο Διονύσης είχαν χωρίσει στο σταυροδρόμι. Πήρε με έξαψη τα χέρια της γυναίκας στα δικά του λέγοντας. «Σε παρακαλώ πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να αρχίσω το ταξίδι του γυρισμού τώρα αμέσως!».

Η γερόντισσα οδήγησε τον Διονύση στον ταξιδευτή, που έδειξε στον νέο το δρόμο για το σπίτι του. Πριν ξεκινήσει ο Διονύσης, η γερόντισσα του έδωσε ένα γούρι. Πάνω του ήταν γραμμένες οι τέσσερις ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρεις; Πώς θα φτάσεις εκεί; Με άλλα λόγια, που είναι το ΕΚΕΙ; Και του είπε, «Φεύγεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να έχεις αυτοπεποίθηση τώρα και ενέργεια, αλλά μπορεί να έρθει η ώρα που να είσαι χαμένος ξανά, μπερδεμένος ή μόνος. Αν έρθει αυτή η ώρα θυμήσου τις τέσσερις ερωτήσεις και κάνε τες στον εαυτό σου ή στους ανθρώπους που θα συναντάς. Αν κάνεις την ερώτηση και βρεθείς σε ένα μέρος όπου δεν ξέρεις πώς να πάρεις αυτό που θέλεις, ρώτα ακόμη μία: ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’. Συνέχισε να κάνεις τις ερωτήσεις μέχρι να αναγνωρίσεις το επόμενο βήμα του ταξιδιού σου. Κάνε αυτό το βήμα και το επόμενο μέχρι να έρθει η στιγμή να ρωτήσεις ξανά, ‘Τι θέλω; Τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρω;’. Αν έρθεις αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν μπορείς να απαντήσεις, ρώτα: ‘Πώς θα εξακριβώσω;’ ή ‘Αν γνώριζα την απάντηση, ποια θα ήταν;’. Όταν συναντάς άλλους, μπορείς να τους ρωτήσεις, ‘Τι είναι αυτό που θέλεις ή έχεις ανάγκη; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρεις πότε θα έχεις αυτό που θέλεις ή χρειάζεσαι; Πώς μπορείς να ξεκινήσεις για να το αποκτήσεις;’. Αν δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν για να πάρουν αυτό που θέλουν ή έχουν ανάγκη, ρώτησε τους, ‘Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;’.

Όταν δημιουργείς σχέσεις – συνεταιρικές ή προσωπικές – ρώτησε, ‘Τι θέλουμε ή χρειαζόμαστε; Τι θα μας φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρουμε; Πώς θα τα αποκτήσουμε; Αν δεν ξέρουμε το πώς, πώς μπορούμε να μάθουμε;’. Μπορείς να ρωτήσεις τις ίδιες ερωτήσεις πολλές φορές την ημέρα, σχετικά με μεγάλες ή μικρές αποφάσεις. Μπορείς να τις ρωτάς ξανά και ξανά μέχρι να βρεις ένα σχέδιο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του τι θέλεις. Μάλιστα, προτείνω να περνάς τα πρώτα 20 λεπτά κάθε ημέρας σου και τα τελευταία 20 λεπτά κάθε βραδιάς θέτοντας στον εαυτό σου αυτές τι ερωτήσεις και κάθε φορά που θα παίρνεις μια απάντηση που δεν είναι αυτή που θέλεις, κάνε τες επανειλημμένως μέχρι να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις και τουλάχιστον ένα πρώτο στάδιο ώστε να το αποκτήσεις ή να ανακαλύψεις πώς θα το αποκτήσεις.
Υπόσχεσαι να χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία που σου έδωσα; Γιατί αν δεν θυμάσαι να τα χρησιμοποιείς, μπορείς κάλλιστα να μου δώσεις πίσω το γούρι και να επιστρέψεις στο να είσαι χαμένος και θυμωμένος όπως ήσουν πάντα».

Ο Διονύσης υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις ερωτήσεις με κάθε ευκαιρία που είχε, ακόμα και με το ξεκίνημα και τελείωμα κάθε ημέρας, είτε το χρειαζόταν είτε όχι. Ευχαρίστησε την γερόντισσα για την ευγένεια και την καθοδήγηση της, και με τους ώμους και το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στο ταξίδι του, ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδευτής.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια ''Μέρος 5ο''


Ένα Νέο Ταξίδι

Καθώς οι εβδομάδες περνούσαν, Ο Δημήτρης και η Δώρα ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Ένα βράδυ κατά τη διάρκεια του δείπνου, μιλούσαν, και ο Δημήτρης είπε στη γυναίκα του, «Σου έχω πει την ιστορία για το πώς άφησα το σπίτι μου, ξεκίνησα το σκληρό ταξίδι μου για να βρω την τύχη μου, και το πώς συνάντησα το καφέ πουλάκι που με οδήγησε στον κ. Αετό. Εκείνη ήταν η στιγμή που η ζωή μου άρχισε να αλλάζει. Μετά από κάποια δυσπιστία και αντίσταση από τη μεριά μου ο κ. Αετός μου δίδαξε τα τέσσερα ερωτήματα, και αυτό ήταν που με έφερε στο χωριό, με βοήθησε να βρω μια καλή δουλειά, και τελικά με οδήγησε σε εσένα, γλυκιά μου. Όταν άφησα το σπίτι με τον δίδυμο αδερφό μου, ορκιστήκαμε ότι θα ξαναβρεθούμε αφού βρούμε τη θέση μας στον κόσμο, και σκέπτομαι ότι μάλλον πια έχει έρθει ο καιρός. Αυτό το χωριό δεν είναι πολύ μακριά από το παλιό μου χωριό και την οικογένεια μου, και μου λείπουνε πολύ όλοι τους. Αναρωτιέμαι τι να κάνουνε.
Θέλω να σου τους γνωρίσω τελικά, αλλά θα μου επέτρεπες σε παρακαλώ να ταξιδέψω πρώτα εκεί μόνος μου, να τους πω τα υπέροχα νέα μου και να σχεδιάσω για το πότε θα μπορούσες να με συνοδέψεις και εσύ εκεί;»

«Φυσικά αγάπη μου», είπε η Δώρα με το ειλικρινές χαμόγελο της. «Πήγαινε με τις ευλογίες μου και σε παρακαλώ πες τους ότι τους στέλνω την αγάπη μου, και ότι ανυπομονώ να τους γνωρίσω και να γίνω μέρος της οικογένειας σου.»

Με την καθοδήγηση των τεσσάρων ερωτήσεων, τα σχέδια έγιναν με τον εργοδότη του Δημήτρη για κάποιο χρόνο εκτός εργασίας, και μέσα σε δύο εβδομάδες, είχε αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και έπαιρνε τον δρόμο για το πατρικό του σπίτι. Καθώς περπατούσε, αναρωτιόταν τι θα βρει και πώς θα πει στην οικογένεια του για τις εμπειρίες του από την αναχώρηση του. Ευχόταν να είχε κάποιο τρόπο να επικοινωνήσει με τον Διονύση, αλλά ίσως ο Διονύσης να είχε ήδη επισκεφτεί το σπίτι. Ίσως οι γονείς του να γνώριζαν για το που βρίσκεται ο αδερφός του και για τις δικές του περιπέτειες μετά το χωρισμό τους στο σταυροδρόμι.
Ο Δημήτρης σφύριζε ενώ περπατούσε σε ένα χαλικόστρωτο μονοπάτι, και σκεφτόταν για όλα τα πράγματα που θα ήθελε να κάνει, τα μέρη που θα ήθελε να επισκεφτεί και για τους ανθρώπους που θα ήθελε να δει στη σύντομη επίσκεψη του. Ανυπομονούσε να τους πει για τη νέα του νύφη, το ζεστό σπιτικό του και την ενδιαφέρουσα δουλειά του. Αποφάσισε ότι χρειαζόταν ένα σχέδιο, αλλιώς ο χρόνος θα περνούσε πολύ γρήγορα.
Καθώς προχωρούσε άρχισε να σκέφτεται τις τέσσερις ερωτήσεις σχετικά με την επίσκεψη του. Όταν τελείωσε, ήξερε με λεπτομέρεια τι ήθελε να κάνει εκεί (και ακόμα και με ποια σειρά). Η ερώτηση, ‘τι καλό θα κάνει αυτό για εμένα;’ ήταν πραγματικά διασκεδαστική, γιατί υπήρχαν τόσα πολλά θετικά πράγματα που περίμενε από αυτή την επίσκεψη.
Την ώρα που τελείωσε, συνειδητοποίησε πως ο ήλιος είχε περάσει το υψηλότερο σημείο στον ουρανό και ήταν ώρα να σταματήσει για το μεσημεριανό του. Πεινούσε πολύ εξαιτίας της πεζοπορίας, της σκέψης και του σχεδιασμού που έκανε όλο το πρωί. Βρήκε ένα μεγάλο πλατύ βράχο δίπλα στο μονοπάτι, κάθισε κάτω και άνοιξε το καλάθι με το φαγητό του που η γυναίκα του με αγάπη του είχε ετοιμάσει με όλα τα αγαπημένα του φαγητά.
Καθώς άπλωνε την πετσέτα του και ετοιμαζόταν να απολαύσει το μεσημεριανό του, συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο σταυροδρόμι στο οποίο αυτός και ο αδερφός του αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλον πριν πολλούς μήνες. Το γεγονός αυτό του έφερε ένα κύμα αναμνήσεων και άρχισε να σκέφτεται όλα αυτά που του συνέβησαν στα χρόνια μετά τον χωρισμό. Ο δίδυμος αδερφός του, του έλειπε τώρα περισσότερο από ποτέ. Ο Δημήτρης βγήκε από την ονειροπόληση του με ένα γρήγορα κούνημα του κεφαλιού του. Αποφάσισε ότι το να κάθεται και να αναπολεί δεν θα του φέρει πίσω τον Διονύση, ούτε θα τον βοηθούσε να φτάσει στην οικογένεια του. Τότε μάζεψε τη φραντζόλα και το τυρί που έτρωγε, τα ξαναέβαλε στο καλάθι και στερέωσε τον υπνόσακο στην πλάτη του. Στάθηκε, έτοιμος να ξεκινήσει ξανά το ταξίδι του, όταν άκουσε ένα σφύριγμα να έρχεται από την άλλη μεριά της διακλάδωσης. Ο Δημήτρης κοντοστάθηκε. Το ήξερε αυτό το σφύριγμα. «Διονύση!» φώναξε. «Διονύση, εσύ είσαι; Είμαι ο Δημήτρης, ο αδερφός σου!». Και οι δύο έτρεξαν προς τον ήχο της φωνής του άλλου. Όταν έφτασαν στην αρχή της διακλάδωσης ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο και έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Και άρχισαν να κουβεντιάζουν συγχρόνως: είχαν τόσα πολλά να πούνε.

Μέρος 2.Η περιπέτεια του Διονύση

Οι κακοί και Άδικοι Άνθρωποι στον Κόσμο

Αρκετούς μήνες πριν, όταν ο Διονύσης άφησε τον αδερφό του στο σταυροδρόμι και ξεκίνησε για την αντίθετη κατεύθυνση, δεν σχεδίαζε τίποτε περισσότερο από το να βρει τον δρόμο του στον κόσμο. Βρήκε καταφύγιο σε εγκαταλειμμένες καλύβες και κάποιες φορές κάτω από κίτρινες θημωνιές. Συγχρόνως έψαχνε διαρκώς για ένα καλό μέρος να εγκατασταθεί και κάτι ενδιαφέρον για να κάνει, αλλά δεν βρήκε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Σε κάθε πόλη που έφτανε έκανε στον πρώτο άνθρωπο που συναντούσε την ίδια ερώτηση. «Πώς είναι οι άνθρωποι σε αυτήν την πόλη;». Σε κάθε πόλη η ερώτησή του απαντιόταν με μία ερώτηση, «Εσύ τι λες; Πώς είναι οι άνθρωποι από κει που έρχεσαι;». Η απάντησή του πάντα περιείχε ένα παράδειγμα του πόσο κακό και άδικο υπήρχε εκεί που τον έκανε να τα παρατήσει όλα και να φύγει ενώ ο αδερφός του κληρονόμησε την οικογενειακή επιχείρηση. Θα έλεγε στον δύστυχο ακροατή του πόσο κουρασμένος ήταν από το ταξίδι και πόσο ήλπιζε αυτή η πόλη να ήταν διαφορετική από την πόλη που μεγάλωσε. Μέχρι τώρα όλες οι πόλεις στις οποίες είχε ταξιδέψει ήταν γεμάτες με άκαρδους ανθρώπους και καμιά ευκαιρία για ξένους νέους. Αλλά σε κάθε πόλη η απάντηση ήταν ένα λυπημένο κούνημα του κεφαλιού και η φράση: «Νομίζω πως θα βρεις κι εδώ τους ανθρώπους όπως ακριβώς κι αλλού».
Και ήταν αλήθεια – σε κάθε πόλη τον αγνοούσαν, τον εκμεταλλευόντουσαν ή τον λήστευαν κυριολεκτικά. Σε κάθε μέρος αναρωτιόταν: «Ποιο είναι το πρόβλημα εδώ; Γιατί έχουν αυτό το πρόβλημα; Τι τους σταματάει από το να είναι χρήσιμοι, γενναιόδωροι και τίμιοι; Γιατί πάντα βρίσκω τόσο κακούς ανθρώπους όπου κι αν πάω; Ποιανού είναι το λάθος;». Πάντα έφτανε στο συμπέρασμα ότι το λάθος ήταν κάποιου άλλου. Και καθώς οι μέρες γινόταν πιο σκοτεινές και πιο κρύες, άρχισε να αμφιβάλλει αν θα έβρισκε το δρόμο του στη ζωή. Η υπομονή του εξαντλήθηκε και άρχισε να κατηγορεί τους γονείς του που τον ανάγκασαν να τα βγάλει πέρα μόνος του. Θύμωνε με τους ανθρώπους που συναντούσε και δεν τον βοηθούσαν και είχε σχεδόν φτάσει στο σημείο να γρυλλίζει σε όποιον περνούσε. Ο Διονύσης καταλάβαινε πως αν δεν έβρισκε ένα ασφαλές και ζεστό μέρος να περάσει τον χειμώνα, θα είχε δυσκολίες, αλλά δεν έτυχε να βρει μια πόλη που ήθελε να είναι το σπίτι του. Συνέχιζε λοιπόν να σιγοβράζει από θυμό.
Καθώς είχε πάρει μαζί του λίγα χρήματα για το ταξίδι έκανε οικονομίες, για την περίπτωση που δεν θα κατάφερνε να βρει καταφύγιο για το χειμώνα


Η συνάντηση με τον Αγρότη


Μια μέρα καθώς ο χειμώνας άρχισε να παγώνει τα δάση γύρω του, ο Διονύσης συνάντησε έναν ταπεινό αγρότη, που του ζήτησε δανεικά και υποσχέθηκε να τον ξεπληρώσει και με τόκο. Ο αγρότης φαινόταν ανήσυχος και έδειχνε να έχει ξεπέσει. Με μια αναλαμπή ελπίδας ο Διονύσης τον ρώτησε, «Ποιο είναι το πρόβλημα, γιατί χρειάζεσαι χρήματα;».
Ο αγρότης είπε: «Όπως ξέρεις πέρσι είχαμε μεγάλη ξηρασία στην περιοχή και δεν είχαμε σχεδόν καθόλου σοδειά. Η οικογένειά μου αναγκάστηκε να πουλήσει το μουλάρι και να φάμε όλο το καλαμπόκι για να βγάλουμε τον χειμώνα. Τώρα δεν έχω ούτε σπόρο να φυτέψω ή μουλάρι να οργώσω.»

«Γιατί έχεις αυτό το πρόβλημα;»

Ο αγρότης απάντησε, «Τα πήγαινα μια χαρά μέχρι την ξηρασία. Πίστευα ότι η βροχή θα ερχόταν και όταν δεν ήρθε, η καλλιέργεια άρχισε να μαραίνεται και τα χωράφια με το ζόρι παρήγαγαν κάτι για να ζήσουμε. Του γείτονά μου η σοδειά ατύχησε κι αυτή. Είναι το ίδιο παντού. Δεν έβρεξε αρκετά και τώρα δεν υπάρχει τρόπος να συνεχίσουμε».
clip_image002
Ο Διονύσης κοίταξε τον αγρότη κατευθείαν στα μάτια.

«Τι σε σταματάει από το να πάρεις αυτό που θέλεις;» 

Ο αγρότης κοίταξε τον Διονύση σαν να ήταν τρελός, αλλά υπομονετικά του εξήγησε πάλι πως είχε υποφέρει από την ξηρασία, πως πούλησαν το μουλάρι του, και έφαγαν όλη τη σοδειά για να περάσουν τον χειμώνα και πως κανείς δεν είχε αποθέματα.

«Ποιανού το λάθος είναι αυτό;» ρώτησε ο Διονύσης.

Τώρα ο αγρότης άρχισε να εκνευρίζεται. «Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τον καιρό», γρύλισε.
Ο Διονύσης λυπήθηκε τον άνθρωπο και καθώς έπρεπε να κάνει κάτι για να αρχίσει να αποκτά την περιουσία που τόσο επιθυμούσε, δάνεισε στον αγρότη τα χρήματα που είχε με την υπόσχεση να έχει ένα μέρος να μείνει τον χειμώνα και να συμπεριληφθεί στην επιστροφή των χρημάτων και ένα μερίδιο από τη σοδειά.
Ο Διονύσης πέρασε το χειμώνα με τον αγρότη και την οικογένειά του, μοιραζόμενος το πενιχρό φαγητό και όταν ο καιρός ζέστανε, βοηθούσε με τις αγροτικές δουλειές. Όταν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, ο Διονύσης βοηθούσε τον αγρότη να βρει το λάθος, ποιες ήταν οι προοπτικές και ποιανού το λάθος ήταν. Δυστυχώς η ξηρασία ήταν ακόμη χειρότερη την επόμενη περίοδο, δεν υπήρχε σοδιά να μοιραστούν, ούτε τρόπος να τον ξεχρεώσει ο αγρότης. Όταν ο Διονύσης το εξακρίβωσε αυτό, ξέσπασε έξω από το χωριό, μουρμουρίζοντας πόσο άδικη ήταν η κατάσταση και πως ήξερε ότι ο αγρότης δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ξεχρεώσει. Ο Διονύσης σκέφτηκε: «Έπρεπε να ξέρω ότι και αυτός ο άνθρωπος ήταν ακριβώς σαν τους άλλους. Με εκμεταλλεύτηκε και μου έκλεψε τα λεφτά. Στοιχηματίζω ότι ποτέ δεν σκόπευε να με ξεπληρώσει, ακόμη κι αν σοδειά θα ήταν καλή. Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι κανέναν αυτές τις μέρες, και είχα τόσες ελπίδες για αυτή την επένδυση, αλλά για μια ακόμη φορά, με εκμεταλλεύτηκε ένα κάθαρμα, και να ‘μαι τώρα χωρίς σχεδόν καθόλου λεφτά».

Η Κόρη του Εμπόρου

Ο Διονύσης περιπλανήθηκε στην επόμενη πόλη, όπου συνάντησε την κόρη ενός εμπόρου. Η Δανάη ήταν νέα και παιχνιδιάρα, με μακριά καστανά μαλλιά που κατέληγαν σε απαλές μπούκλες. Άρεσε αμέσως στον Διονύση, κι αυτή όμως δεν έμεινε αδιάφορη για τον νεαρό ταξιδιώτη. Η Δανάη ήταν το μοναχοπαίδι ενός πλούσιου εμπόρου που δεν είχε γιο για να κληρονομήσει την επιχείρησή του.
Ένα πρωί ο Διονύσης αποφάσισε να ζητήσει το χέρι της. Χτύπησε αποφασιστικά την πόρτα του σπιτιού της και ένας γεροδεμένος και καλοντυμένος κύριος άνοιξε την πόρτα. Ο Διονύσης απολογήθηκε που είχε έρθει απροειδοποίητα, αλλά ο έμπορος κάτι υποψιάστηκε από το βλέμμα του Διονύση.
Χαϊδεύοντας με το ένα χέρι τη γενειάδα του ρώτησε:

«Μπορώ να βοηθήσω; Τι θα ήθελες;»

Ο Διονύσης απάντησε: «Θέλω να παντρευτώ την κόρη σας, κύριε, να χτίσουμε τη ζωή μας μαζί, να κάνουμε οικογένεια και να μη χρειαστεί να ανησυχώ πια για στέγη, φαγητό ή συντροφιά».

Ο έμπορος φάνηκε δυσαρεστημένος. «Πώς θα επωφεληθείς από αυτό;»

Ο Διονύσης απάντησε: «Η Δανάη και εγώ αγαπιόμαστε, και δεν θα είμαστε πια μόνοι. Δεν θα χρειαστεί ποτέ πια να κοιμηθώ με άδειο στομάχι, και το σπίτι μας θα μας ζεσταίνει».

Μορφάζοντας ο έμπορος ρώτησε: «Πώς θα το ξέρεις όταν θα έχεις αυτό που θέλεις;».

«Δεν θα πεινώ και δεν θα κρυώνω. Η γυναίκα μου κι εγώ δεν θα είμαστε μόνοι, δεν θα έχουμε στεναχώριες. Και δεν θα το μετανιώσεις που θα με πάρεις στην οικογενειακή επιχείρηση», είπε ο Διονύσης.

Ο έμπορος ρώτησε: «Πώς θα πάρεις αυτά που θέλεις;».

Ο Διονύσης απάντησε, «Πες τη λέξη και όλα τα βάσανα μου θα τελειώσουν». Ο έμπορος σηκώθηκε από την καρέκλα του με ένα ύφος αηδίας στο πρόσωπό του. Έδειξε στον Διονύσης την πόρτα και τον διέταξε να φύγει από το σπίτι του αμέσως.
Η Δανάη που άκουσε τη φασαρία κατέβηκε τρέχοντας κάτω τη στιγμή που έκλεινε με κρότο η εξώπορτα.

«Δεν πρόκειται να ξαναδείς αυτόν τον νέο, κατάλαβες;». Ο έμπορος έπιασε το κεφάλι του με ταραχή καθώς είδε την απογοήτευση στο πρόσωπο της κόρης του. «Δεν ταιριάζει για σύζυγος σου, ούτε για κληρονόμος της επιχείρησής μου. Σκέφτεται μόνο αυτά που δεν θέλει και θέλει να ξέρει μόνο πως μπορεί να επωφεληθεί από μια κατάσταση. Ξέρω, λέει πως σε αγαπάει, αλλά μου απέδειξε ότι δεν έχει κάποιο σχέδιο με ποιον τρόπο να σε φροντίσει. Μπορεί να σου λείψει για μια δυο μέρες, αλλά θα ήσουν δυστυχισμένη μαζί του μια ζωή».

Ο Διονύσης περπατούσε με βαριά βήματα στον κεντρικό δρόμο του χωριού, τα παπούτσια του άφηναν συννεφάκια σκόνης καθώς προχωρούσε. Ήταν έξαλλος με τον έμπορο που κατέστρεψε την ευκαιρία του για ευτυχία και πλουτισμό. «Έπρεπε να το περιμένω» μονολόγησε ξεφυσώντας. «Οι άνθρωποι είναι άδικοι και αχάριστοι. Η Δανάη δεν έπρεπε να με ενθαρρύνει και να μου δώσει ελπίδες. Ο άσπλαχνος πατέρας της προσποιήθηκε ότι με άκουσε. Ήταν ένα ακόμη παράδειγμα του πόσο διπρόσωποι και αδιάφοροι μπορεί να είναι οι άνθρωποι».
clip_image004
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια Μέρος 4ο

Σχεδιάζοντας την Ημέρα

«Εχθές είπες ότι ήθελες να βρεις ένα ευχάριστο χωριό για να εγκατασταθείς», σχολίασε ο κ. Αετός, καθώς οι δυο τους περπατούσαν στο κέντρο της πόλης. 


«Πώς σου φαίνεται αυτό το χωριό μέχρι τώρα; Θα το σκεφτόσουν να μείνεις εδώ;»


Ο Δημήτρης είπε ότι μέχρι τώρα ήταν όπως το ονειρευόταν αλλά δεν θα ήθελε να πάρει την τελική του απόφαση μέχρι να δει αν θα μπορούσε να βρει κάποια δουλειά που να του ταιριάζει.


«Ε τότε, Δημήτρη, τι θα ήθελες να επιτύχεις σήμερα;» είπε ο αετός και κούρνιασε στην κορυφή ενός πηγαδιού, κοιτώντας κάτω στο νερό.


«Για να είμαι ειλικρινής, ανησυχώ για κάτι», είπε ο Δημήτρης, παίζοντας νευρικά με το ρολόι τσέπης του. «Ξέρεις, ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα τυχερός, και πρέπει να παραδεχτώ ότι φοβάμαι γιατί όλα τα καλά πράγματα που μου συνέβησαν χθες μπορεί να εξάντλησαν την τύχη μου. Ζητάω μια υπέροχη ζωή, άλλα δεν μου αξίζουν όλα τα πράγματα τα οποία ονειρεύτηκα. Πιθανότατα δεν θα μπορέσω να βρω μία δουλειά, ή τουλάχιστον μία δουλειά που μου αρέσει.»


Ο κ. Αετός σήκωσε το δεξί του φτερό σε ένδειξη διαμαρτυρίας. «Για μια στιγμή. Δε φαίνεται σα να θυμάσαι πολλά από το χθεσινό μας μάθημα. Με τι πράγματα γεμίζεις τώρα το κεφάλι σου; Ξέρω ότι είναι δύσκολο να παραμείνεις συγκεντρωμένος και να αλλάξεις τις παλιές συνήθειες, αλλά μπορείς να τα πας καλύτερα απ’ ότι τα πήγες μέχρι τώρα. Σκέψου για μια στιγμή. Ποιο ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθες εχθές;»


Ο Δημήτρης σκέφτηκε για ένα λεπτό, νιώθοντας για μια στιγμή χαζός που είχε ξεχάσει τόσο σύντομα. «Α, πρέπει να σκέφτομαι αυτό που θέλω, και όχι αυτό που δεν θέλω. Σωστά;»


«Πολύ σωστά!» φώναξε ο αετός. «Τώρα ας αρχίσουμε ξανά. Λοιπόν, τι θέλεις σήμερα;»


«Αυτό που θέλω είναι να γνωρίσω περισσότερους κατοίκους και να ψάξω για μία εργασία», απάντησε ο Δημήτρης. 


«Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να το κάνω αυτό είναι να πάω στην πλατεία, να σεργιανίσω, να σταματήσω σε κάθε μαγαζί και σε κάθε επιχείρηση και να ρωτήσω αν έχουν κάποια κενή θέση που θα μου ταίριαζε.»


«Αυτό μάλιστα. Κάτι τέτοιο ακούγεται σαν μια καλή αρχή», είπε ο κ. Αετός ενθαρρυντικά. «Ποιο είναι το επόμενο πράγμα που πρέπει να λάβεις υπόψη σου;»


Ο Δημήτρης κατσούφιασε. «Μπορείς να μου θυμίσεις;»


«Φυσικά. Η επόμενη ερώτηση είναι, ‘Τι θα σου φέρει αυτό ή τι καλό θα κάνει αυτό για εσένα;’»


«Αχ, ναι», είπε ο Δημήτρης. «Τώρα θυμάμαι! Λοιπόν, θα είναι με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Θα γνωρίσω κι άλλους κατοίκους και θα ψάξω για δουλειά συγχρόνως.»


«Και ποια ήταν η τελευταία ερώτηση που είπαμε χθες;»


«Αυτό το ξέρω, μόνο δώσε μου ένα λεπτό. Για να δούμε… είναι: ‘Πώς θα ξέρω ότι καταφέρνω αυτό για το οποίο ξεκίνησα;’. Και σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι ότι θα γνωρίσω φιλικούς ανθρώπους, θα συλλέξω πληροφορίες για πιθανές δουλειές, και έτσι θα βρω μια ή περισσότερες και θα σκεφτώ αν θα μπορούσε κάποια να είναι η δουλειά που ψάχνω στη ζωή μου.»


Ο κ. Αετός κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας. «Λοιπόν, είχες έναν καλό ύπνο και ένα καλό πρωινό. Είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις;»


«Ναι, και εδώ που τα λέμε, δεν μπορώ να περιμένω. Νιώθω σαν όλη η ζωή μου να ανοίγεται ξαφνικά μπροστά μου. Είναι πραγματικά συναρπαστικό.»


Ο Δημήτρης ξεκίνησε καμαρωτά τον περίπατο του στην πλατεία της πόλης. Πέρασε όλο το πρωί μπαίνοντας σε κάθε μαγαζί και γραφείο που μπορούσε να βρει, συστήνοντας τον εαυτό του στον ιδιοκτήτη ή στον υπάλληλο, και ρωτώντας για κενές θέσεις που θα μπορούσαν να έχουν ή αν ήξεραν για κάποιες σε άλλες επιχειρήσεις. Ο κ. Αετός παρακολουθούσε από ένα δέντρο εκεί κοντά.
Το μεσημέρι, όλα τα καταστήματα έκλεισαν για το γεύμα. Ο Δημήτρης είχε πάρει μαζί του ένα μικρό δεματάκι από το πρωινό, αποτελούμενο από λίγο ψωμί, τυρί και ένα μήλο. Είχε μόλις γυρίσει από μια απογοητευτική συνάντηση με έναν καταστηματάρχη και τα παλιά του αρνητικά αισθήματα επέστρεφαν. Μόλις κάθισε σε ένα παγκάκι για να φάει το μεσημεριανό του, ο κ. Αετός κάθισε δίπλα του και τον ρώτησε για το πρωινό του.


Η Δύναμη Ενός Ανθρώπου

Ο Δημήτρης άρχισε αμέσως να διηγείται για την εχθρότητα και την κακία του τελευταίου καταστηματάρχη που συνάντησε. Είπε ότι ο άνθρωπος ήταν εντελώς αγενής, ότι τον εξευτέλισε για τα προσόντα του και την εμπειρία του και ότι ουσιαστικά τον είχε διώξει από το μαγαζί του.


«Το ήξερα ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί», είπε ο Δημήτρης με ένα στόμα γεμάτο από μήλο. «Όλα αυτά τα χωριά είναι ίδια. Οι άνθρωποι είναι εχθρικοί και δεν θα έδιναν σε έναν ξένο μία ευκαιρία. Πρέπει να προχωρήσω στο επόμενο χωριό.»


Ο κ. Αετός έμοιασε ανήσυχος και ρώτησε, «Ήταν έτσι σε κάθε μέρος που μπήκες;»


«Ε, όχι ακριβώς… όχι σε κάθε μέρος», παραδέχτηκε ο Δημήτρης.


«Πόσες φορές αντιμετώπισες μια κακή συμπεριφορά σήμερα το πρωί;» ρώτησε ο αετός. «Να είσαι ειλικρινής.»


 Ο Δημήτρης κατάπιε. «Λοιπόν, νομίζω ότι ήταν μόνο αυτή η τελευταία, άλλα αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ κακός μαζί μου. Μου χάλασε όλο μου το πρωί!»


«Πρέπει να είναι ένας παντοδύναμος άνθρωπος», είπε ο αετός σοφά.


«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Δημήτρης.


«Αν είχες τόσες καλές συναντήσεις αυτό το πρωί και αυτός ο άνδρας ήταν ικανός να σε κάνει να τις ξεχάσεις όλες αυτές με λίγες μόνο λέξεις, θα έλεγα ότι ήταν πολύ δυνατός, τουλάχιστον στο μυαλό σου. Αυτό είναι δική σου επιλογή.»


«Τι εννοείς, είναι δική μου επιλογή;» είπε ο Δημήτρης και τα μάγουλα του κοκκίνιζαν. «Δεν τον έκανα εγώ κακό – ήταν κακός πριν τον συναντήσω!»


«Ενώ αυτό μπορεί να είναι αλήθεια, εσύ μόνος σου επέλεξες να του δώσεις την δύναμη να σου χαλάσει ολόκληρο το πρωί σου», είπε ο αετός.


«Και πώς προτείνεις να το αλλάξω αυτό;» ρώτησε ο Δημήτρης.


«Γυρνώντας πίσω σε ότι σου δίδαξα εχθές.»


«Τις ερωτήσεις;» είπε ο Δημήτρης. «Μα πώς θα αλλάξουν αυτές τον κακό αυτό άνθρωπο;».


«Δεν θα αλλάξουν αυτόν. Αυτό που θα αλλάξουν είναι το πώς σκέφτεσαι εσύ για την αλληλεπίδραση που είχες μαζί του», είπε ο κ. Αετός και δίπλωσε τα φτερά του.


«Δε νομίζω ότι καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοείς», παραδέχτηκε ο Δημήτρης.


«Τότε ίσως πρέπει να σου διδάξω περισσότερα για τις ερωτήσεις και την χρήση τους. Βλέπεις, όταν ξεφεύγεις από την πορεία σου, όπως και έγινε με το τελευταίο μαγαζί, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις ερωτήσεις για να ξαναμπείς στην πορεία σου. Όταν πιάνεις τον εαυτό σου μπερδεμένο, θυμωμένο ή αναστατωμένο, απλώς κάνε μία παύση και ρώτα στον εαυτό σου τις ερωτήσεις και δες αν αυτό που είπες αρχικά είναι ακόμα το ίδιο», είπε ο κ. Αετός.


«Αν αυτό που επιθυμείς παραμένει το ίδιο, τότε ξαναπέρασε μια φορά και τις υπόλοιπες ερωτήσεις και θύμισε στον εαυτό σου ποιο όφελος θα έχεις όταν φτάσεις στην κατάληξη. Επίσης, επιβεβαίωσε πώς θα ξέρεις πότε φτάνεις κοντά στο στόχο σου και πότε τον έχεις φτάσει. Μετά πρόσεξε που βρίσκεσαι τώρα, και αποφάσισε αν προχωράς μπροστά ή πίσω. Αποφάσισε τι πρέπει να κάνεις για να ξαναβρείς την πορεία σου ή να μείνεις σε αυτήν. Τόσο απλά.
Από την άλλη, αν, για κάποιο λόγο, αυτό που θέλεις έχει αλλάξει, μπορείς να κάνεις μια καινούρια αρχή θέτοντας στον εαυτό σου όλες τις ερωτήσεις.
Εξακρίβωσε τη νέα έκβαση (Τι θέλω;), αποφάσισε ποια οφέλη θα έχεις (Τι θα μου δώσει αυτό;) και τέλος, τι στοιχεία θα έχεις ότι κάνεις πρόοδο και φτάνεις τον στόχο σου (Πώς θα το ξέρω;). Και πάλι, μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτή την στρατηγική σκέψης σε κάθε περίσταση ώστε να θέσεις ένα καινούριο στόχο ή να επιβεβαιώσεις αυτόν που ήδη ισχύει. Αρκετά απλό, δεν συμφωνείς;», είπε ο κ. Αετός.


«Ναι, υποθέτω ότι είναι απλό, εντάξει, άλλα το να θυμάμαι να χρησιμοποιώ αυτή τη μέθοδο δεν είναι τόσο απλό… τουλάχιστον για εμένα», απάντησε ο Δημήτρης.


Ο κ. Αετός ακούμπησε το φτερό του στον ώμο του Δημήτρη. «Μην αποθαρρύνεσαι Δημήτρη. Είναι μόνο η δεύτερη σου μέρα, και σύντομα θα γίνει δεύτερη φύση σου, απλά συνέχισε την εξάσκηση. Έτσι μαθαίνουμε όσα αξίζει πραγματικά να μάθουμε. Με την επανάληψη. Χωρίς να το καταλάβεις, θα δεις ότι αυτή η νέα στρατηγική σκέψης θα συμβαίνει αυτόματα, χωρίς καθόλου κόπο από μέρους σου.»


«Θα συμβεί αυτό, αλήθεια; Συνέχεια φαίνεται ότι εγώ τα πάω χάλια σε ότι οι άλλοι βρίσκουν εύκολο», είπε ο Δημήτρης.


«Είμαι σίγουρος ότι θα συμβεί», απάντησε ο κ. Αετός. «Μόνο πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα συνεχίσεις την εξάσκηση κάθε μέρα. Προτείνω να βρεις ένα τρόπο ως υπενθύμιση, ώστε να μην το ξεχάσεις και καταλήξεις πάλι στην απελπισία. Τι μπορείς να κάνεις για να θυμάσαι κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο αετός.


Ο Δημήτρης σκέφτηκε για λίγο. «Λοιπόν, πάντα κουβαλάω αυτή την πέτρα στην τσέπη σαν φυλακτό καλής τύχης. Αν και δεν έχει δουλέψει πολύ καλά από τότε που άφησα το σπίτι, την κράτησα. Ίσως μπορώ να γράψω τις ερωτήσεις σε ένα χαρτί, και να το τυλίξω γύρω από την πέτρα και να τα δέσω μαζί με ένα σπάγκο. Με αυτό τον τρόπο κάθε φορά που θα πιάνω την πέτρα στην τσέπη μου, θα νιώθω το χαρτί με τις ερωτήσεις και θα θυμάμαι να τις έχω στο μυαλό μου. Και αν τα πράγματα πάνε πολύ άσχημα, θα λύνω τον σπάγκο, θα ξετυλίγω το χαρτί και θα διαβάζω τις ερωτήσεις. Πώς σου φαίνεται αυτή η ιδέα;» ρώτησε ο Δημήτρης.


«Νομίζω ότι είναι μια έξοχη ιδέα», είπε ο κ. Αετός, περήφανος για τον μαθητή του. «Πολύ δημιουργική, Δημήτρη.»


«Θα το κάνω τώρα πριν αρχίσω ξανά το απόγευμα.»
clip_image002
Μετά το μεσημεριανό γεύμα ο Δημήτρης συνέχισε την αναζήτηση εργασίας, μπαίνοντας σε κάθε επιχείρηση και ρωτώντας για κάποια κενή θέση. Ο κ. Αετός πήρε έναν υπνάκο στο δέντρο του. Το απόγευμα έμοιαζε να φεύγει γρήγορα. Καθώς το σούρουπο πλησίαζε, και τα πρώτα αστέρια φάνηκαν στον ουρανό, ένας πολύ κουρασμένος, άλλα ικανοποιημένος Δημήτρης κατευθύνθηκε προς τον ξενώνα του. Ο κ. Αετός πέταξε δίπλα του και τον ρώτησε για το απόγευμα του. Ήθελε πολύ να μάθει αν ο Δημήτρης θυμήθηκε να χρησιμοποιήσει τις νέες του δεξιότητες σκέψης.
Ο Δημήτρης έδωσε μία φλογισμένη αναφορά για το πόσους ανθρώπους γνώρισε, πόσο φιλικοί και εξυπηρετικοί ήταν οι περισσότεροι, πώς, όταν συνάντησε λίγους αδιάφορους και αγενείς, μπόρεσε να αγγίξει την πέτρα του με το χαρτί και να θυμηθεί τα ερωτήματα ώστε να παραμείνει στην σωστή πορεία. Ήταν επίσης έκπληκτος από το πόσες πιθανές δουλειές του προσφέρθηκαν. Τώρα απλά θα έπρεπε να επιλέξει μία.


«Μόνο σκέψου», φώναξε ο Δημήτρης, «σε λιγότερο από δύο μέρες κατάφερα από ένας άστεγος, απελπισμένος άνθρωπος να γίνω ένας άνθρωπος με ένα καινούριο χωριό, νέους φίλους, με ευκαιρίες εργασίας, και κυρίως, με έναν νέο τρόπο σκέψης για τη ζωή μου. Σε ευχαριστώ και πάλι, κ. Αετέ», είπε ο Δημήτρης με φανερή ευγνωμοσύνη στη φωνή του.
Φάνηκε ότι ο Δημήτρης είχε πράγματι πιάσει το νόημα. Ο κ. Αετός ένιωσε ένα κύμα υπερηφάνειας ψηλά στο στήθος του. «Παρακαλώ πολύ, Δημήτρης. Δεν σου είπα ότι θα δουλέψει;»
«Μου το είπες, άλλα έπρεπε να το δω για να το πιστέψω. Τώρα πρέπει να το κάνω να διαρκέσει.».
«Ω, μα θα το κάνεις! Όλοι οι μαθητές μου το κάνουν. Θα μείνω μαζί σου όσο χρειαστεί για να βεβαιωθώ ότι χρησιμοποιείς την μέθοδο με συνέπεια και ότι απάντησες όλες τις ερωτήσεις σου», τον διαβεβαίωσε ο κ. Αετός.


Η Επιτυχία

Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης δέχτηκε την δουλειά που πίστευε ότι ταιριάζει καλύτερα σε αυτόν, και στην οποία θεωρούσε ότι θα είναι επιτυχημένος μακροπρόθεσμα. Καθώς οι μέρες έγιναν εβδομάδες, γινόταν όλο και καλύτερος στη δουλειά του και πίστευε όλο και πιο πολύ στον εαυτό του. Υπήρξαν κάποιες φορές που απογοητεύτηκε και αποθαρρύνθηκε, άλλα ο κ. Αετός δεν ήταν πότε πολύ μακριά. Σύντομα έφτασε στη θέση όπου κάθε φορά που συναντούσε κάποιο εμπόδιο, θυμόταν να βάλει το χέρι του στην τσέπη και να πιάσει την πέτρα του, η οποία του θύμιζε τις τέσσερις ερωτήσεις. Και τότε ξαναέμπαινε στην σωστή πορεία. Τα ερωτήματα ήταν σαν ένα μικρό κουτάκι με θαύματα τα οποία άρχισαν να έχουν δραματικό αντίκτυπο στην συμπεριφορά του, καθώς και στις συνθήκες ζωής του. Όσο οι εβδομάδες περνούσαν γινόταν πιο χαρούμενος και πιο ικανοποιημένος. Ο κ. Αετός είχε γυρίσει πίσω στο σπίτι του και είχε, το δίχως άλλο, αναλάβει νέους μαθητές.
Καθώς η επιτυχία του Δημήτρη όλο και αυξανόταν στο επάγγελμα του, ήταν σε θέση να αποταμιεύσει αρκετά χρήματα και ακόμα να νοικιάσει ένα μικρό σπίτι όπου θα μπορούσε να έχει την ιδιωτική του ζωή και να χασομεράει στον κήπο του τις ελεύθερες ώρες του. Και τώρα που είχε ελεύθερο χρόνο άρχισε να λαχταρά συντροφιά.
Μια και χρησιμοποιούσε πλέον αυτόματα τις τέσσερις ερωτήσεις όταν ένιωθε ότι θέλει κάτι καινούριο στη ζωή του, κάθισε ένα βράδυ κάτω, μετά το δείπνο, και άρχισε να γράφει τις απαντήσεις του στα ερωτήματα που αφορούσαν το να βρει μία κατάλληλη γυναίκα. Όταν τελείωσε το γράψιμο, πήγε στο κρεβάτι του, ικανοποιημένος με τη δουλειά που είχε κάνει μόνος του.
Τις επόμενες εβδομάδες άρχισε να πηγαίνει σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να γνωρίζει νέους ανθρώπους της ηλικίας του. Κατά τη διάρκεια αυτών των δραστηριοτήτων, έψαχνε πάντα για μία νεαρή κοπέλα, η οποία θα εκπλήρωνε τα κριτήρια του. Τελικά, ένα βράδυ που βρισκόταν σε μία τέτοια εκδήλωση την πρόσεξε στο απέναντι δωμάτιο. Η Δώρα ήταν όμορφη και ντροπαλή, με έναν γλυκό χαμόγελο, και ήταν ειλικρινής και φιλική με κάθε άνθρωπο που γνώριζε. Κάποιος του είπε πως ήταν η κόρη του μυλωνά. Όταν της συστήθηκε, ένιωσε αμέσως να έλκεται από τα μεγάλα, μαύρα μάτια της, και την απαλή, φιλική φωνή της. Την έπιασε συχνά να τον κοιτάει από το απέναντι δωμάτιο. Πριν η βραδιά τελειώσει, της ζήτησε να χορέψουν. Η Δώρα έμοιαζε να ταιριάζει τέλεια μέσα στα χέρια του και οι δυο τους κινιόντουσαν σαν να ήταν ένα. Μετά από αυτό το βράδυ έγιναν αχώριστοι.
clip_image004Ο Δημήτρης άρχισε να της μιλάει για τις τέσσερις υπέροχες ερωτήσεις που τελικά τους φέρανε μαζί. Την ρώτησε αν θα ήθελε να τις διδαχτεί και λίγο πολύ όπως ο κ. Αετός έκανε με τον Δημήτρη, έτσι και οι δυο τους εφάρμοσαν τον διάλογο μαζί.
Καθώς ερωτεύονταν ο ένας τον άλλο όλο και πιο πολύ άρχισαν να μιλάνε για γάμο. Μια μέρα η Δώρα είπε, «Δημήτρη, ας χρησιμοποιήσουμε τις τέσσερις ερωτήσεις για να σχεδιάσουμε κάθε πλευρά της ζωής μας μαζί». Κάθισαν λοιπόν εκείνο το απόγευμα, συζήτησαν και έγραψαν μαζί τις απαντήσεις τους στις τέσσερις ερωτήσεις καθώς έκαναν σχέδια για το μέλλον.
Σε δυο μήνες ο Δημήτρης ζήτησε από τον πατέρα της Δώρας το χέρι της σε γάμο. Η άδεια δόθηκε και παντρεύτηκαν μία όμορφη μέρα μέσα σε ένα λιβάδι από αγριολούλουδα πίσω από το σπίτι του πατέρα της. Μετά το τέλος της γαμήλιας ημέρας, οι δυο τους έφυγαν με μία άμαξα για ένα κοντινό ξενώνα δίπλα σε έναν καταρράκτη για να περάσουν το μήνα του μέλιτος.
Και μετά το μήνα του μέλιτος, επέστρεψαν στο μικρό σπίτι του Δημήτρη και ξεκίνησαν τη ζωή τους μαζί, ακριβώς όπως είχαν σχεδιάσει, χρησιμοποιώντας τις τέσσερις ερωτήσεις σαν οδηγό.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια Μέρος 2ο

Συναντώντας τον κ. Αετό
clip_image002Δεν είχαν περπατήσει για πολύ όταν τους βρήκε ο μεγάλος φίλος του μικρού πουλιού, ο κ. Αετός. Ήταν μια πολύ επιβλητική φιγούρα καθώς προσγειώθηκε πάνω στην προεξοχή ενός βράχου και ο Δημήτρης νιώθοντας φόβο κοιτούσε συνεχώς το πουλάκι ψιθυρίζοντας, «Είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τον αετό; Έχει τόσο μυτερό ράμφος και δυνατά νύχια που δεν μοιάζει και πολύ φιλικός!»


Το πουλάκι γέλασε και είπε, «Ο αετός είναι ένα μεγάλο πουλί με μια μεγάλη καρδιά. Τίποτα δεν του αρέσει περισσότερο από το να βοηθάει τους άλλους, αρκεί η κατάληξη να είναι καλή, και οι ίδιοι να γνωρίζουν τι πραγματικά θέλουν. Έτσι δεν είναι, κ. Αετέ;»


«Έτσι ακριβώς, αγαπητέ μου», είπε με βαθιά φωνή ο αετός. «Πιστεύω ότι υπάρχει τόσο καλό που πρέπει να γίνει σε αυτό τον κόσμο, που δεν βρίσκω χρόνο ή υπομονή για πλάσματα που λυπούνται τον εαυτό τους και κατηγορούνε τους άλλους. Αλήθεια, μένω έκπληκτος από το πόσα πλάσματα δεν γνωρίζουν τι θέλουν. Ξοδεύουν όλο το χρόνο τους στο να σκέφτονται τι ΔΕΝ θέλουν. Φαντάζεσαι να σπαταλάς τη ζωή σου με τέτοιες σκέψεις;»
Τα μάτια του μικρού πουλιού έλαμψαν. «Ο λόγος που εμείς οι δυο είμαστε τόσο καλοί φίλοι είναι ότι σκεφτόμαστε παρόμοια. Είναι τόσο ευχάριστο να είμαι μαζί σου γιατί πάντα έχεις να πεις ενδιαφέρουσες ιστορίες για καινούριες και θετικές εμπειρίες. Έχεις πάντα ένα σχέδιο, έχεις κίνητρο να πετύχεις εκπληκτικά πράγματα και νιώθεις πάντα καλά με τον εαυτό σου. Ταιριάζουμε πραγματικά.»


Ο κ. Αετός χάιδεψε το καφέ πουλάκι στο κεφάλι με την άκρη του φτερού του και κοιτώντας τον Δημήτρη είπε, «Δεν το περίμενα να σε βρω να κάνεις παρέα με αυτόν. Φαίνεται σαν να τον ξέθαψες από καμιά τρύπα. Μα γιατί τέλος πάντων δείχνει τόσο αγέλαστος και ατημέλητος, και τι κάνεις ΕΣΥ μαζί του;»
Το πουλάκι διηγήθηκε στον αετό την ιστορία του Δημήτρη. Όταν τελείωσε, ο κ, Αετός στράφηκε προς τον Δημήτρη.
«Ώστε ξεκίνησες για να αναζητήσεις την τύχη σου και να βρεις τον δρόμο σου στον κόσμο, ε;»
«Ν.. ν.. ναι, κύριε» απάντησε ο Δημήτρης, κάπως τρομοκρατημένος από την μεγαλόπρεπη μορφή που στεκόταν μπροστά του.


«Και πώς είχες σκοπό να το κάνεις αυτό χωρίς να λάβεις υπόψη σου τον επερχόμενο χειμώνα;» ρώτησε ο αετός, με ένα ίχνος περιφρόνησης στην φωνή του.


Βλέπετε κύριε, απλά φαντάστηκα ότι θα φτάσω στο επόμενο χωριό, θα βρω κάτι που μ’ αρέσει να κάνω, θα βγάλω κάποια χρήματα, θα βρω μια γυναίκα που θα θέλω να την παντρευτώ, θα αγοράσω ένα σπίτι, θα εγκατασταθώ, θα κάνω οικογένεια, και θα ζήσω χαρούμενα για το υπόλοιπο της ζωής μου», μυξόκλαψε ο Δημήτρης.


«Έτσι απλά;» ρώτησε ο αετός.


«Έτσι απλά.» απάντησε ο Δημήτρης.


«Δίχως σχέδιο;» ρώτησε δύσπιστα ο αετός.
Μετά στράφηκε προς το καφέ πουλάκι. 
 «Αυτός ο άνδρας πρέπει να διδαχθεί έναν νέο τρόπο σκέψης πριν πάει οπουδήποτε!»

Ένας Νέος Τρόπος Σκέψης

«Συμφωνώ απόλυτα, και αυτός είναι και λόγος για τον οποίο στον έφερα» είπε το πουλάκι ενθουσιασμένο και γύρισε προς τον Δημήτρη, «Είσαι πρόθυμος να μάθεις έναν νέο τρόπο σκέψης;»


Ο Δημήτρης αποκρίθηκε, «Σου είπα και το πρωί ότι είμαι απελπισμένος και θέλω βοήθεια. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι απλά το να σκεφτώ διαφορετικά θα μου βρει μια δουλειά και μια καινούρια ζωή. Νιώθω ότι κάτι πρέπει να έχω κάνει λάθος κάποια στιγμή και τώρα τιμωρούμαι γι’ αυτό. Από την άλλη, αν αυτό νομίζετε και οι δύο ότι χρειάζομαι, είμαι πρόθυμος να κάνω μία προσπάθεια. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα δουλέψει, και δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να αλλάξω, άλλα και οι δυο σας φαίνεται να έχετε καλύτερες ζωές από εμένα, οπότε ίσως να έχετε πράγματι κάτι να μου διδάξετε ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση.»


«Ε, λοιπόν αν είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου, ας αρχίσουμε με κάποιες ερωτήσεις. Η πρώτη είναι: τι θέλεις;» είπε ο αετός.


«Μισό λεπτό!» διαμαρτυρήθηκε ο Δημήτρης. «Αυτή είναι η ίδια ερώτηση που με ρώτησε το πουλάκι όταν με ξύπνησε σήμερα το πρωί. Τι συμβαίνει με ‘σας τους δυο; Είπα ήδη τι θέλω!». Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.


Ο κ. Αετός συνοφρυώθηκε. «Μια και δεν ήμουν εκεί, πρέπει να σε ρωτήσω τις ίδιες ερωτήσεις για να μπορέσω να σε βοηθήσω να πάρεις αυτό που θέλεις. Ακούγεσαι ενοχλημένος, αλλά αν είχες θέσει στον εαυτό σου αυτές τις πολύ σημαντικές ερωτήσεις πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου, ίσως τώρα να μην ήσουν σε αυτό το χάλι. Άσε με λοιπόν να σε ξαναρωτήσω… είσαι πραγματικά έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεσαι; Γιατί αυτό που θα σε διδάξω είναι μια νέα στρατηγική σκέψης. Θα κάνει την διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας στη ζωή σου. Αν δεν είσαι έτοιμος να διδαχθείς μια καινούρια στρατηγική σκέψης, δεν θα σπαταλήσω τον χρόνο μου σε ‘σένα. Μπορείς απλά να πηγαίνεις, και να σκοντάφτεις για την υπόλοιπη ζωή σου όπως ακριβώς έκανες πάντα. Ποια είναι η απόφαση σου;»


«Συγνώμη», είπε ο Δημήτρης, «θέλω όντως να μάθω. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς, ρωτώντας τις ίδιες ερωτήσεις, βοηθάει. Αυτό είναι όλο.» Ο Δημήτρης στραβομουτσούνιαζε ακόμα, αλλά φαινόταν πρόθυμος να ακούσει.
Σε αυτό το σημείο το καφέ πουλάκι είπε. 


«Δημήτρη, θα σε αφήσω στα έμπειρα χέρια του κ. Αετού. Έχω μια φωλιά να καθαρίσω και να προετοιμαστώ για την άνοιξη, και τα μικρά μου σύντομα θα βγουν από τα αυγά τους. Καλή σου τύχη. Άκουσε τον κ. Αετό και κάνε ό,τι σου πει. Αυτός μου δίδαξε όλα όσα ξέρω. Είμαι ευτυχισμένος χάρη στις νέες δεξιότητες που δίδαξε σε ‘μένα και στην οικογένεια μου όταν ήμουν ένα μικροσκοπικό νεογνό ακόμα.»


Χαιρέτησε τον κ. Αετό, έδωσε στον Δημήτρη ένα ευγενικό τσίμπημα στο μάγουλο και πέταξε μακριά πριν ο Δημήτρης προλάβει να το ευχαριστήσει. Αυτός χαιρετούσε μέχρι που το πουλάκι χάθηκε. Τότε στράφηκε προς τον κ. Αετό, ακόμη κάπως φοβισμένος και επιφυλακτικός, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.


«Ας αρχίσουμε λοιπόν!» είπε ο αετός. «Θα σε ξαναρωτήσω. Ερώτηση πρώτη: Τι θέλεις;»


Ο Δημήτρης είπε: «Θέλω να πάω σπίτι.»


«Πώς θα σε ωφελήσει το να πας σπίτι;»


«Θα μου παρέχει τροφή και στέγη και θα βάλει τέλος στην μοναξιά μου» απάντησε ο Δημήτρης. Οι ερωτήσεις είχαν αρχίσει να ακούγονται παρηγορητικές και οικίες.


«Αν είχες φαγητό και στέγη και δεν ήσουν μόνος πια, τι καλό θα έκανε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμη πιο σημαντικό;» ρώτησε ο κ. Αετός.


«Θα μου έδινε πίσω την οικογένεια μου και την κοινότητα μου.»


«Τίποτα άλλο;»


Ο Δημήτρης απάντησε. «Θα είχα γαλήνη και δεν θα χρειαζόταν να περιπλανιέμαι πια.»


«Πώς όμως θα ξέρεις ότι έφτασες τους στόχους σου;»
clip_image004«Θα έχω μια σκεπή πάνω από το κεφάλι μου και θα έχω την κοιλιά μου γεμάτη. Θα είμαι στη ζέστη, η οικογένεια μου και οι φίλοι μου θα είναι γύρω μου και η καρδιά μου θα είναι γεμάτη χαρά.»


«Λοιπόν, τι σε σταματάει από το να τα έχεις όλα αυτά τώρα;» συνέχισε ο αετός.


«Είμαι χαμένος», απάντησε ο Δημήτρης, ελαφρώς απογοητευμένος ακόμη μια φορά από την επανάληψη. «Αυτές είναι οι ίδιες ερωτήσεις που μου έκανε και το καφέ πουλάκι, και στις οποίες απάντησα. Οι ερωτήσεις του με οδήγησαν σε εσένα, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς θα φτάσω σπίτι μου!»


Ο αετός απάντησε ευγενικά, «Καταλαβαίνω, αλλά σε παρακαλώ εμπιστέψου με. Αυτές οι ερωτήσεις θα είναι ο χάρτης σου για το σπίτι. Κατανοώ ότι έφυγες από το σπίτι επειδή ο μεγαλύτερος αδερφός σου είναι αυτός που θα κληρονομήσει το παντοπωλείο, και ότι δεν υπάρχει μέρος για ‘σένα εκεί. Όταν απάντησες τις ερωτήσεις μου, δεν ανέφερες ποτέ το να αποκτήσεις μια δουλειά ή το πώς θα βγάλεις τα προς το ζην. Ήσουν αποκλειστικά απασχολημένος με το που θα μπορούσες να πας, σωματικά. Περιμένεις από τον πατέρα σου και τον αδερφό σου να σου παρέχουν ότι χρειάζεσαι;»
Τριγύρω επικρατούσε άπνοια καθώς ο Δημήτρης αναλογιζόταν αυτή την κρίσιμη ερώτηση. Μετά είπε: «Υποθέτω ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ήμουν τόσο προσκολλημένος στο να βρω τον δρόμο για το σπίτι και να ανακτήσω όλες τις ανέσεις της νεότητας μου, που πρέπει να παρέλειψα αυτή την πλευρά. Φυσικά ο πατέρας μου και ο αδερφός μου δεν μπορούν να φροντίζουν για ‘μένα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Διονύσης κι εγώ ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι έτσι κι αλλιώς. Πέρα απ’ αυτό, είμαι ενήλικας πια και πρέπει να μάθω να φροντίζω εγώ για τον εαυτό μου. Απλά δεν ξέρω πώς». Ο Δημήτρης ακούστηκε ηττημένος.


«Εντάξει,» είπε ο αετός, «ας αρχίσουμε από την αρχή. Πρώτα απ’ όλα, μπορώ να σου δείξω το δρόμο για το σπίτι σου, οπότε αν αυτό είναι που θέλεις, ας αρχίσουμε το ταξίδι μας. Το χωριό σου είναι από ‘δω», και ο κ. Αετός έδειξε δυτικά.


«Όχι, όχι, έχεις δίκιο», είπε ο Δημήτρης, «αν και θέλω να ξέρω το δρόμο για το σπίτι, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω χωρίς να έχω καταφέρει κάτι στη ζωή μου. Θα ένιωθα ντροπιασμένος, και θα απογοήτευα τον πατέρα μου και τον μεγαλύτερο αδερφό μου. Αν έπρεπε να μοιραστούν το σπίτι και το φαγητό τους μαζί μου μπορεί να μην είχαν αρκετά ούτε για αυτούς, μια και με το ζόρι τα βγάζουν πέρα έτσι κι αλλιώς. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το να πάω σπίτι δεν είναι αυτό που θέλω πια. Άλλαξα γνώμη».

Σχεδιάζοντας μια Νέα Ζωή

«Μπορούμε πάντα να αρχίσουμε από την αρχή», είπε ο κ. Αετός. «Έχεις οικειότητα με αυτές τις ερωτήσεις, αλλά μπορεί να σου προκαλέσει έκπληξη το πόσο έχουν αλλάξει οι απαντήσεις σου από την τελευταία φορά. Τι θέλεις πραγματικά, λοιπόν;»


«Θέλω να κάνω κάτι στη ζωή μου» είπε ο Δημήτρης και κράτησε το κεφάλι του ψηλά. Η παιδική ηλικία γλιστρούσε από πάνω του και χανόταν.


«Τι ακριβώς θέλεις να κάνεις όμως; Από τι θα ήθελες να αποτελείται η ζωή σου;»


Ο Δημήτρης σταμάτησε για μια στιγμή. «Άσε με να το σκεφτώ» Μετά συνέχισε, «Είναι αυτό που πάντα ήθελα, και νόμιζα ότι δεν θα έχω πρόβλημα να το αποκτήσω. Θα πήγαινα στο επόμενο χωριό, θα έβρισκα κάτι που μ’ άρεζε, θα έβγαζα λεφτά, θα έβρισκα μια γυναίκα να παντρευτώ, θα αγόραζα ένα σπίτι, θα έκανα οικογένεια, και θα ζούσα ευτυχισμένα. Σαν παραμύθι. Είναι απλό. Να τι θέλω.»


«Αυτά είναι πολλά», είπε ο κ. Αετός, χτυπώντας τα φτερά του. «Αλλά πιστεύω ότι είναι δυνατό να αποκτήσεις αυτά που επιθυμεί η καρδιά σου. Νομίζω ότι πρέπει απλά να χωρίσεις το τελικό ‘παραμυθένιο’ αποτέλεσμα σε μικρότερα κομμάτια, και να επιλέξεις κάποιο για να αρχίσεις. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα ήθελες ή θα χρειαζόσουν;»


«Λοιπόν…» είπε ο Δημήτρης, «πρέπει να βρω ένα χωριό, φυσικά. Ένα όπου θα ζω ευτυχισμένος. Παράλληλα σε αυτό το χωριό πρέπει να βρω και μία δουλειά που θα μου ταιριάζει.»


Ο κ. Αετός κούνησε το ράμφος του συμφωνώντας. «Τώρα κάτι κάνουμε!» φώναξε. «Όταν βρεις το τέλειο χωριό και μια δουλειά που θα σε κάνει να νιώθεις άξιος, τι θα κάνεις; Πώς θα ωφεληθείς από αυτούς τους δύο παράγοντες;»
«Θα έχω ένα σπίτι και μία απασχόληση.»


«Και τι καλό θα κάνουν για εσένα συγκεκριμένα;»


«Θα έχω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου και λεφτά για να ξοδέψω», απάντησε ο Δημήτρης, οραματιζόμενος ένα σπίτι με αχυροσκεπή, και χρυσά νομίσματα να κουδουνίζουν στις τσέπες του.


«Και πώς θα σε βοηθήσουν;»


«Ε, θα είμαι ικανός να αγοράσω ότι χρειάζομαι για να φροντίσω τον εαυτό μου.»


Ο κ. Αετός ένιωσε ότι κάτι κατάφερναν. «Και όταν θα μπορείς να αγοράσεις ότι χρειάζεσαι για να φροντίσεις τον εαυτό σου, πως θα σε βοηθήσει κάτι τέτοιο;»


«Μετά θα μπορώ να βρω μία γυναίκα που θα θέλει να με παντρευτεί, θα ζήσουμε μαζί και θα κάνουμε οικογένεια», απάντησε ο Δημήτρης. Το πρόσωπο του φωτιζόταν όλο και πιο πολύ – στο μυαλό του φανταζόταν ένα παιδί στα χέρια του.


«Αν λοιπόν ήταν να ερωτευτείς, να φτιάξεις τη ζωή σου με μία νύφη, και να γίνεις ένας περήφανος πατέρας, πως θα βοηθούσε αυτό;»


«Θα είχα βρει την γαλήνη και θα ζούσα χαρούμενος το υπόλοιπο της ζωής μου. Θα είχα το παραμύθι μου.»
Ξανά, ο κ. Αετός ρώτησε, «Και αν ήσουν γαλήνιος και ζούσες χαρούμενος την υπόλοιπη ζωή σου, τι θα σήμαινε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμα πιο σημαντικό;»


Ο Δημήτρης έκανε μια παύση για να σκεφτεί. «Ειρήνη και ευτυχία.»
Ο αετός έστρεψε τα σκοτεινά μάτια του στον Δημήτρη. Μετά είπε, «Αν αυτά τα πράγματα είναι τόσο σημαντικά για εσένα, τι σε σταματάει από το να τα αποκτήσεις αυτή τη στιγμή;»
Ο Δημήτρης ήταν ειλικρινής, «Λοιπόν, κύριε, δεν βρήκα μέχρι τώρα κάποιο χωριό που να έμοιαζε με ένα τόπο στον οποίο θα ήθελα να ζήσω.»


«Τι είδους χωριό αναζητάς;» ρώτησε ο κ. Αετός. «Όπως γνωρίζεις, είμαι πολύ διαβασμένος σε αυτή την περιοχή.»
Ο Δημήτρης απάντησε γρήγορα, «Ένα χωριό όπου οι άνθρωποι θα είναι φιλικοί, το περιβάλλον θα είναι όμορφο και ειρηνικό, οι δουλειές θα είναι πολλές και θα υπάρχουν νέοι άνθρωποι στην ηλικία μου. Επίσης θα ήθελα να απέχει από το παλιό μου χωριό λιγότερο από μιας μέρας ταξίδι, ώστε να μπορώ να επισκέπτομαι την οικογένεια μου εύκολα.»


«Αυτό δεν νομίζω να είναι πολύ δύσκολο» απάντησε ο αετός. «Ξέρω πολλά χωριά που ταιριάζουν ακριβώς σε αυτή την περιγραφή.»


«Θα με πας σε παρακαλώ σε κάποια από αυτά;» ρώτησε ο Δημήτρης, «δεν είχα τύχη ψάχνοντας ένα μέρος σαν αυτό που περιέγραψα.» Ήξερε ότι κάτι απίστευτο επρόκειτο να συμβεί.


«Αν ξεκινήσουμε κατευθείαν, νομίζω πως έχω χρόνο για κάτι τέτοιο» είπε ο αετός. 
«Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη νέα σου ζωή;»
«Ποτέ δεν ήμουν πιο έτοιμος για κάτι!» φώναξε ο Δημήτρης.


Οι δυο τους ξεκίνησαν για την ύπαιθρο – ο αετός, με χάρη και μεγαλοπρέπεια μέσα στην καταχνιά, και ο Δημήτρης, ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον του για πρώτη φορά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...