Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεος τρόπος σκέψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεος τρόπος σκέψης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 6ο

Η Μεγαλύτερη Νύχτα

Μόνος και άφραγκος, ο Διονύσης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να γυρίσει. Καθώς δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για στέγη ή τροφή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένιωσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η φωτιά και το άφθονο φαγητό που ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος του αδερφός απολάμβαναν και πόσο λάθος ήταν να αφήσει το σπίτι του. Φανταζόταν όλων των ειδών τις καταστροφές να πέφτουν πάνω του. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τις παλιές του εμπειρίες και τους φόβους του για το μέλλον, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με την οικογένειά του, με τον ηλίθιο αγρότη, τον κακό έμπορο, τη διπρόσωπη κόρη του και τον κόσμο όλο. Τον κατέτρωγαν η οργή και ο φόβος. Η εσωτερική φωτιά της πικρής απογοήτευσης που ένιωθε ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και δεν ήταν κάτι πολύ παρηγορητικό. Ξαφνικά θυμήθηκε τις ερωτήσεις που του είχε κάνει ο έμπορος και πρόσεξε ότι ήταν διαφορετικές από αυτές που αυτός είχε κάνει στον αγρότη. Άρχισε να τις καλοσκέφτεται. «Τι είναι αυτό που θέλω; Και τι θα μου φέρει; Πως θα το ξέρω;», και έχτισε για τον εαυτό του ένα θαυμάσιο μέλλον στην φαντασία του. Σκεφτόταν στοίβες χρυσά νομίσματα, μια όμορφη και στοργική σύζυγο και ζωηρά παιδιά. Σκεφτόταν να κερδίζει τίμια τη ζωή του και να είναι μέλος μιας κοινότητας που μεριμνά για τα μέλη της, όπου οι άνθρωποι θα κρατούσαν τον λόγο τους και θα συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με ευγένεια και γενναιοδωρία. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και για του λόγου το αληθές, άρχισε να βλέπει τις δυνατότητες που ενυπήρχαν στις ερωτήσεις του εμπόρου, ώσπου θυμήθηκε τον αγρότη που τον έκλεψε, την σκληρή κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που τον παγίδεψε με μια υπόσχεση μόνο και μόνο για να διαλύσει τα όνειρά του. Θυμωμένος και απελπισμένος σωριάστηκε στη γη. Τι θα έκανε σε έναν τέτοιο κόσμο; Τίποτε! Καθόταν εκεί στο μικρό και φτωχικό του καταφύγιο και ο θυμός του μεγάλωνε.

Η Γερόντισσα

Λίγες μέρες αργότερα μια γερόντισσα με μια κουρελιασμένη κάπα εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου. Τα χέρια της ήταν ρυτιδιασμένα και τα μακριά της δάχτυλα χλωμά. Τον ρώτησε τι κάνει μόνος του στο δάσος; Της είπε την ιστορία του, το πώς έφυγε από την οικογένεια και πως τίποτε δεν έγινε όπως θα ήθελε. Περιέγραψε τον φτωχό αγρότη, την όμορφη κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που του λήστεψε την ευτυχία του και της είπε ότι η οικογένειά του δεν νοιάζεται για αυτόν αλλιώς δεν θα τον άφηναν να φύγει τόσο απροετοίμαστος. Και το χειρότερο ήταν, τόνισε, ότι ο πατέρας του τον άφησε να φύγει χωρίς ούτε ένα χάρτη και περιπλανήθηκε τόσο πολύ που τώρα δεν ξέρει πώς να γυρίσει στο σπίτι του. «Το λάθος είναι όλο δικό τους»,είπε, «δεν ξέρω τι θα κάνω». Ξαφνικά η οργή του κατασίγασε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γερόντισσα κοίταξε τον νέο άνδρα που κρατούσε το κεφάλι του με τα βρώμικα του χέρια και του είπε: «Φαίνεται να έχεις πολλά προβλήματα. Τι θα ήθελες να γίνει;».

«Φυσικά, δεν θέλω να περάσω τον χειμώνα στο δάσος», απάντησε ο Διονύσης, ρουφώντας τη μύτη κι αρχίζοντας να οργίζεται ξανά.

«Ακούω τι δεν θέλεις, αλλά τι θα ήθελες αντί γι αυτό;», ρώτησε η γερόντισσα.

«Τι εννοείς τι θα ήθελα αντί γι αυτό; Μόλις σου είπα ότι δεν θέλω να κρυώνω, να πεινώ και να είμαι μόνος σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακούς ανθρώπους». Ο Διονύσης εκνευρίστηκε.

«Θα ήθελα να σε βοηθήσω» είπε η γυναίκα «αλλά δεν έχω ιδέα πώς, όσο μένεις επικεντρωμένος σε ότι δεν θέλεις και στο ποιόν πρέπει να κατηγορήσεις. Εγώ, απ’ την πλευρά μου, δεν έχω συναντήσει τόσους κακούς ανθρώπους όσους εσύ, αν και έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα είχα μια αίσθηση προσανατολισμού και όταν τύχαινε να χαθώ ή να μην ξέρω τι να κάνω, ποτέ δεν ήταν για πολύ. Νομίζω πως έχω μια ιδέα για το τι άλλο να κάνεις για να αλλάξεις την κατάστασή σου, αλλά μπορώ μόνο να σε οδηγήσω, γιατί θα πρέπει εσύ ο ίδιος να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Τι παραπάνω να κάνω από αυτό που έχω κάνει;», είπε ο Διονύσης θυμωμένος. «Θα κάτσω εδώ μέχρι να παγώσω ή πεθάνω από πείνα».

«Καλώς, είναι δική σου επιλογή», απάντησε η γερόντισσα, γυρνώντας να φύγει.

«Για πες, αν έχεις αρκετή τροφή ή στέγη, γιατί δεν τα μοιράζεσαι μαζί μου;» ρώτησε ο Διονύσης, νιώθοντας μια σπίθα ελπίδας.
clip_image002«Ακόμη κι αν μοιραζόμουν ότι έχω μαζί σου, τι θα πετυχαίναμε με αυτό. Θα ήσουν καλύτερα εξοπλισμένος για να φροντίσεις τον εαυτό σου; Προτιμώ να σου διδάξω τον τρόπο να βγεις από αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι».
Ο Διονύσης σκέφτηκε για λίγο: «Εντάξει, δίδαξέ με γρήγορα γιατί πεινώ και κρυώνω και κουράστηκα να ζω έτσι».

Το Απλό Δίδαγμα

Η γερόντισσα άρχισε, «Μπορώ γρήγορα να σου πω πως εγώ σκέφτομαι για τη ζωή μου και τη δουλειά μου και μπορώ ακόμη να σου πω πώς να το κάνεις αυτό κι εσύ, αλλά είναι ένας τρόπος σκέψης πάνω στον οποίο πρέπει να εξασκηθείς. Αρχίζει με το να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις, αντί γι’ αυτό που δεν θέλεις. Σκέφτομαι για τη ζωή μου μ’ αυτόν τον τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Ο Διονύσης έδειχνε να διστάζει. «Πώς μπορεί να είναι τόσο απλό;». Γιατί δεν μπορείς να με διδάξεις τώρα; Μάλλον προσπαθείς κι εσύ να με ξεγελάσεις όπως κι όλοι οι άλλοι».

«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις», είπε η γερόντισσα. «Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, που κρυώνει και είναι δυστυχισμένος. Όταν θα είσαι έτοιμος να μάθεις πως θα πολεμήσεις τον εαυτό σου, πες να ξέρω». Η γερόντισσα τύλιξε το σάλι της σφιχτά γύρω από τους ώμους της και έφυγε με αργά βήματα.

Πέρασαν δυο μέρες κι ένα λεπτό χιόνι σκέπασε τα δέντρα και τα βράχια. Ο Διονύσης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του νιώθοντας πικρία και θυμό για την οικογένεια του.Όποτε σκεφτόταν τη γερόντισσα ένιωθε αγανάκτηση που τον άφησε εκεί ενώ εκείνη γύρισε στο ζεστό της τζάκι και στο γεμάτο της κελάρι, όπως φανταζόταν. Λεπτό το λεπτό κρύωνε και πεινούσε περισσότερο. Κάθε τόσο, όμως, αντηχούσαν στο μυαλό του τα λόγια της: «Απλά σκέφτομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι». Κάθε φορά που το σκεφτόταν, χλεύαζε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή για την κατάστασή του;

Έτοιμος για Μάθηση

Την τρίτη μέρα, άκουσε βήματα και κοιτώντας είδε τη γερόντισσα να περνάει από εκεί κοντά. Γύρισε προς τον Διονύση. Αυτός σηκώθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Είπε στην γερόντισσα ότι είχε βαρεθεί να είναι μόνος, πεινασμένος και ξεπαγιασμένος. Την παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε. «Σε παρακαλώ δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι εσύ, πώς θέτεις τις σωστές ερωτήσεις στον εαυτό σου και βρίσκεις τις απαντήσεις που σε κάνουν να παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Προσπάθησα να κάνω αυτό το ταξίδι με τον τρόπο μου και με κορόιδεψαν, με λήστεψαν και με ξέχασαν. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, σε εκλιπαρώ».

Το πρόσωπό της μαλάκωσε μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό. Είπε, «Βάδισε μαζί μου και θα σου κάνω κάποιες ερωτήσεις. Εσύ θα αποφασίσεις αν κάνουν τη διαφορά ή όχι».

Ο Διονύσης σηκώθηκε και καθάρισε τη βρωμιά από τα ρούχα του. «Είμαι πρόθυμος να κάνω το κάθε τι για να βγω από την δύσκολη θέση - σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Πήγε κοντά στη γερόντισσα και προχώρησαν στο δάσος.

«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: τι πραγματικά θέλεις; Ποιο είναι το κυριότερο πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Ο Διονύσης απάντησε αμέσως. «Θέλω να βρω δουλειά, μια γυναίκα και να επιστρέψω σπίτι στην οικογένειά μου».

«Αν θα μπορούσες να έχεις δουλειά, γυναίκα και να πας σπίτι τώρα, τι θα σήμαινε αυτό για σένα;», ρώτησε η γερόντισσα, σουφρώνοντας τα χείλη της.

«Θα μου έδινε φαγητό, στέγη και θα τελείωνε η μοναξιά μου», απάντησε ο Διονύσης.

«Αν θα είχες φαγητό, στέγη και δεν ήσουν πια μόνος, τι θα σήμαινε αυτό για σένα που θα ήταν ακόμη πιο σημαντικό;».

«Θα μπορούσα να ξαναδώ την οικογένειά μου ξανά και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Ίσως θα μπορούσα ακόμη και να τους στηρίξω στα γηρατειά».


«Τίποτε άλλο;». Η γερόντισσα σταμάτησε σε μια λεπτή άσπρη σημύδα.

Ο Διονύσης απάντησε: «Θα ήμουν μέρος μιας κοινότητας ξανά».

«Πώς θα ήξερες ότι θα είχες πετύχει το στόχο σου;».

«Θα ήμουν με την οικογένειά μου, και με τη γυναίκα μου, κάνοντας μια δουλειά που θα μου ταίριαζε και θα στήριζα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Θα είχαμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και αρκετά περισσεύματα για να τα μοιραστούμε με τους λιγότερο τυχερούς».

«Τι σε σταματάει από το έχεις όλα αυτά τώρα;» ρώτησε η γερόντισσα.

«Έχω χαθεί, δεν ξέρω σε τι είμαι καλός, και δεν έχω βρει καμιά γυναίκα που να θέλει να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου».

«Λοιπόν, όταν κανείς είναι χαμένος ή δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να το κάνει, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει;»

Ο Διονύσης έβαλε το χέρι του στο σαγόνι του και σκέφτηκε. «Να σου πω, υποθέτω ότι θα μπορούσα να ρωτήσω. Ξέρεις καμιά γυναίκα που θα μου ταίριαζε; Ξέρεις καμιά δουλειά που θα μπορούσα να κυνηγήσω;».

«Δεν τυχαίνει να ξέρω καμιά γυναίκα που να σου ταιριάζει ή δουλειές εδώ γύρω, αλλά ξέρω έναν ταξιδευτή που γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε πώς να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν γυρίσεις πίσω στο χωριό με τις νέες ερωτήσεις στο μυαλό σου, μπορεί να βρεις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους καθ’ οδόν και τουλάχιστον ως την άνοιξη θα είσαι στο σπίτι σου».

Το Αληθινό Δίδαγμα

Ο Διονύσης σάστισε: «Γιατί δεν μου είπες τίποτε πριν; Γιατί με άφησες να κλαίω;».

«Ήσουν τόσο απασχολημένος να μου λες τι δεν πήγαινε καλά με τους ανθρώπους στη ζωή σου, που δεν πρόλαβα να πω λέξη. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το όλο σύστημα. Κάνεις τη ερώτηση για να προσδιορίσεις αυτό που θέλεις, πώς εσύ ή οι άλλοι θα επωφεληθείτε από την επιλογή σου, και πώς, όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα ξέρετε πότε έχετε φθάσει στο στόχο σας. Αν φτάσεις κάπου μη γνωρίζοντας τι ψάχνεις, μπορείς να ρωτήσεις, ‘Πώς μπορώ να εξακριβώσω τι είναι αυτό που χρειάζομαι;’. Σου είπα ότι ήταν τόσο απλό.» Η γερόντισσα δίπλωσε τα χέρια της.

Ο Διονύσης άρχισε να βρίσκει την ελπίδα και την ενέργεια που είχε χάσει, ίσως από τότε που αυτός και ο Διονύσης είχαν χωρίσει στο σταυροδρόμι. Πήρε με έξαψη τα χέρια της γυναίκας στα δικά του λέγοντας. «Σε παρακαλώ πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να αρχίσω το ταξίδι του γυρισμού τώρα αμέσως!».

Η γερόντισσα οδήγησε τον Διονύση στον ταξιδευτή, που έδειξε στον νέο το δρόμο για το σπίτι του. Πριν ξεκινήσει ο Διονύσης, η γερόντισσα του έδωσε ένα γούρι. Πάνω του ήταν γραμμένες οι τέσσερις ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρεις; Πώς θα φτάσεις εκεί; Με άλλα λόγια, που είναι το ΕΚΕΙ; Και του είπε, «Φεύγεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να έχεις αυτοπεποίθηση τώρα και ενέργεια, αλλά μπορεί να έρθει η ώρα που να είσαι χαμένος ξανά, μπερδεμένος ή μόνος. Αν έρθει αυτή η ώρα θυμήσου τις τέσσερις ερωτήσεις και κάνε τες στον εαυτό σου ή στους ανθρώπους που θα συναντάς. Αν κάνεις την ερώτηση και βρεθείς σε ένα μέρος όπου δεν ξέρεις πώς να πάρεις αυτό που θέλεις, ρώτα ακόμη μία: ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’. Συνέχισε να κάνεις τις ερωτήσεις μέχρι να αναγνωρίσεις το επόμενο βήμα του ταξιδιού σου. Κάνε αυτό το βήμα και το επόμενο μέχρι να έρθει η στιγμή να ρωτήσεις ξανά, ‘Τι θέλω; Τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρω;’. Αν έρθεις αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν μπορείς να απαντήσεις, ρώτα: ‘Πώς θα εξακριβώσω;’ ή ‘Αν γνώριζα την απάντηση, ποια θα ήταν;’. Όταν συναντάς άλλους, μπορείς να τους ρωτήσεις, ‘Τι είναι αυτό που θέλεις ή έχεις ανάγκη; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρεις πότε θα έχεις αυτό που θέλεις ή χρειάζεσαι; Πώς μπορείς να ξεκινήσεις για να το αποκτήσεις;’. Αν δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν για να πάρουν αυτό που θέλουν ή έχουν ανάγκη, ρώτησε τους, ‘Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;’.

Όταν δημιουργείς σχέσεις – συνεταιρικές ή προσωπικές – ρώτησε, ‘Τι θέλουμε ή χρειαζόμαστε; Τι θα μας φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρουμε; Πώς θα τα αποκτήσουμε; Αν δεν ξέρουμε το πώς, πώς μπορούμε να μάθουμε;’. Μπορείς να ρωτήσεις τις ίδιες ερωτήσεις πολλές φορές την ημέρα, σχετικά με μεγάλες ή μικρές αποφάσεις. Μπορείς να τις ρωτάς ξανά και ξανά μέχρι να βρεις ένα σχέδιο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του τι θέλεις. Μάλιστα, προτείνω να περνάς τα πρώτα 20 λεπτά κάθε ημέρας σου και τα τελευταία 20 λεπτά κάθε βραδιάς θέτοντας στον εαυτό σου αυτές τι ερωτήσεις και κάθε φορά που θα παίρνεις μια απάντηση που δεν είναι αυτή που θέλεις, κάνε τες επανειλημμένως μέχρι να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις και τουλάχιστον ένα πρώτο στάδιο ώστε να το αποκτήσεις ή να ανακαλύψεις πώς θα το αποκτήσεις.
Υπόσχεσαι να χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία που σου έδωσα; Γιατί αν δεν θυμάσαι να τα χρησιμοποιείς, μπορείς κάλλιστα να μου δώσεις πίσω το γούρι και να επιστρέψεις στο να είσαι χαμένος και θυμωμένος όπως ήσουν πάντα».

Ο Διονύσης υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις ερωτήσεις με κάθε ευκαιρία που είχε, ακόμα και με το ξεκίνημα και τελείωμα κάθε ημέρας, είτε το χρειαζόταν είτε όχι. Ευχαρίστησε την γερόντισσα για την ευγένεια και την καθοδήγηση της, και με τους ώμους και το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στο ταξίδι του, ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδευτής.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια "Μέρος 3ο"

Δημιουργώντας τον Κόσμο σύμφωνα με τον Τρόπο που Σκεπτόμαστε

Καθώς πλησίαζαν το πρώτο χωριό, ο Δημήτρης αναγνώρισε την στροφή του μονοπατιού και τους βράχους της πλαγιάς. «Ε! Πέρασα από εδώ νωρίτερα», είπε στον κ. Αετό. «Οι άνθρωποι δεν ήταν φιλικοί και θερμοί. Κάνεις δεν μου αφιέρωσε λίγο χρόνο.»
Τους μίλησες, ή μόνο χαμογέλασες;» ρώτησε ο αετός.
«Μα φυσικά όχι», είπε ο Δημήτρης. «Ήμουν ένας ξένος, απλώς ένα επισκέπτης στην πόλη τους. Αυτοί έπρεπε να πάρουν πρωτοβουλία και να είναι φιλικοί μαζί μου από την αρχή. Έπρεπε να δουν ότι κρύωνα και πεινούσα, και παρόλα αυτά ούτε ένας από αυτούς δεν μου έριξε μια δεύτερη ματιά, πόσο μάλλον μου προσέφερε μια μπουκιά φαγητό, ένα ποτήρι νερό, ή ένα ζεστό μέρος να ξαποστάσω! Όλα τα χωριά και οι κάτοικοι τους είναι το ίδιο: εχθρικοί και αδιάφοροι… εκτός, φυσικά, από το δικό μου χωριό. Όλοι γνώριζαν εμένα και την οικογένεια μου εκεί, ήταν φιλικοί και μας συμπαραστέκονταν. Αυτό το χωριό δεν έχει καμία σχέση με το δικό μου, και σίγουρα δεν είναι ένα μέρος όπου θα ήθελα να ζήσω».

«Ένα λεπτό», προειδοποίησε ο αετός. «Το μόνο που ακούω από εσένα είναι αυτό που ονομάζω ‘σκέψεις μομφής’. Καθόλου παράξενο λοιπόν το ότι δεν βρήκες κάποιο χωριό να σου αρέσει – είχες ήδη αποφασίσει ότι όλα τα χωριά και οι άνθρωποι δεν θα σε δεχτούν, οπότε αυτό ήταν και το μόνο που έβλεπες. Σύμφωνα με την ιστορία σου, η εντύπωση που δίνεται είναι πως ό,τι συνέβη εδώ ήταν φταίξιμο κάποιου άλλου.»

Ο Δημήτρης κατσούφιασε. «Ήταν.»

«Ας ξαναπάμε πίσω στο μάθημα, λοιπόν» είπε ο αετός, καταπνίγοντας ένα ελαφρύ αναστεναγμό. «Τι επιθυμείς;»

«Σου είπα ήδη. Επιθυμώ ένα ωραίο χωριό να εγκατασταθώ, μια δουλεία, μια γυναίκα να ερωτευτώ, να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια.»

«Πώς περιμένεις να βρεις ένα ωραίο χωριό αν πλησιάζεις το κάθε ένα με την προδιάθεση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι; Ότι δεν σε συμπαθούν και ότι είναι εχθρικοί και αδιάφοροι. Δεν κάνεις καμία προσπάθεια να είσαι φιλικός από την αρχή, να χαμογελάσεις, να κάνεις ερωτήσεις, ή ακόμα και να ζητήσεις κάτι το οποίο θέλεις. Περιμένεις να σε φροντίσουν οι άλλοι, και το χειρότερο, να διαβάσουν το μυαλό σου! Τι σόι βλακείες είναι αυτές;» Για ακόμη μια φορά ο κ. Αετός κοίταξε τον Δημήτρης μέσα στα μάτια. «Πώς πάει η μέθοδος σου λοιπόν;»

«Με ρωτάς αν παίρνω αυτό που θέλω; Ε, όχι. Δεν πάει καθόλου καλά, υποθέτω», είπε ο Δημήτρης σκεπτικά.

«Αλλά έτσι είναι ο κόσμος. Δεν μπορώ να τον αλλάξω.»

Ο κ. Αετός τον κοίταξε αυστηρά αλλά στοργικά. «Μην είσαι τόσο σίγουρος για αυτό νεαρέ!»

«Πάντως δεν συνέβη μέχρι τώρα!» φώναξε ο Δημήτρης.

Τι Θέλεις εναντίον Τι Δεν Θέλεις

Ο αετός τότε αποφάσισε να αλλάξει την προσέγγιση του και είπε, «Δημήτρη, θυμάσαι όταν εγώ και το καφέ πουλάκι μιλούσαμε για έναν άλλο τρόπο σκέψης; Λοιπόν, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει να θέσεις στον εαυτό σου αυτές τις ερωτήσεις μόνο μια φορά. Σημαίνει να τις ρωτάς συνεχώς ώστε να σε βοηθήσουν να συγκεντρωθείς στο τι θέλεις κάθε στιγμή της ζωής σου. Όταν θέτεις και απαντάς αυτές τις ερωτήσεις, λες στον εγκέφαλο σου τι να προσέξει, καθώς ο εγκέφαλος σου έχει τη δυνατότητα να εστιάζει σε λίγα πράγματα κάθε φορά. Όταν λες στον εγκέφαλο σου τι δεν θέλεις, αυτό είναι και το πράγμα στο οποίο πάνω εστιάζει. Όλα τότε γίνονται αρνητικά. Αν το μόνο που θέλεις είναι να μην έχεις εχθρικούς ανθρώπους στη ζωή σου, αυτοί θα υπάρχουν οπουδήποτε και να κοιτάξεις! Αυτό λοιπόν, είναι ένα μικρό τεστ για να δούμε αν άκουγες. Τι θα έπρεπε να κάνεις αντί να λες στον εαυτό σου (και στον εγκέφαλο σου) τι δεν θέλεις;»

«Δεν ξέρω», απάντησε ο Δημήτρης. «Στον εαυτό μου λέω πάντα αυτό που δεν θέλω, γιατί με αυτό τον τρόπο προστατεύω τον εαυτό μου, καθώς έτσι βρίσκομαι σε επιφυλακή. Έτσι, δεν μπορούν να με ξεγελάσουν ή να με πληγώσουν.»

«Ας σε ρωτήσω πάλι, λοιπόν: λειτουργεί καλά αυτή η τεχνική; Έχει κρατήσει τον πόνο και την εξαπάτηση μακριά από τη ζωή σου;» ρώτησε ο κ. Αετός.
«Ξέρεις, νομίζω πως δεν το έκανε… αλλά νόμιζα ότι θα το κάνει. Απλά αυτός ήταν ο τρόπος που έμαθα για να προστατεύω τον εαυτό μου ενώ μεγάλωνα», απάντησε ο Δημήτρης.

«Μου φαίνεται ότι χρειάζεσαι κάποια νέα εργαλεία για να σε βοηθήσουν να προστατευτείς, Δημήτρη», είπε ο αετός. «Είσαι πρόθυμος να τα δεχτείς; Σου εγγυώμαι ότι θα αλλάξουν δραματικά τον τρόπο που σκέφτεσαι για πάντα. Αν είναι να σε βοηθήσω, τότε πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι τι δεν θέλεις. Αυτή τη στιγμή αυτός είναι εξ ορισμού ο τρόπος σκέψης σου. Θα χρειαστεί λίγη δουλειά για να ορίσουμε έναν νέο τρόπο. Δέχεσαι μια τέτοια πρόκληση;»

Ο Δημήτρης ήταν δύσπιστος. «Προσπαθείς να μου πεις ότι απλά με το να σκέφτομαι τι θέλω, θα αλλάξω τον κόσμο μου; Δεν έχω τέτοια δύναμη. Μη ξεχνάς ότι είμαι αποτυχημένος και βλάκας», είπε ο Δημήτρης ηττημένος.

Ο κ. Αετός απάντησε, «Κατά κάποιο τρόπο, ναι, αυτό σου λέω, αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι θα δημιουργήσεις κάτι καινούριο – απλά θα αρχίσει να προσέχεις αυτά που ήδη υπάρχουν. Βλέπεις, ξέρω ότι στην ζωή υπάρχουν καλά και κακά πράγματα. Είναι όλα εκεί συγχρόνως. Η εμπειρία που έχω από τον κόσμο γύρω μου καθορίζεται από το πού στρέφω την προσοχή μου. Τις περισσότερες φορές προσέχω αυτό που έχω προγραμματίσει τον εγκέφαλο μου να προσέχει. Πάρε την περίπτωση σου, για παράδειγμα. Λες συνεχώς στον εαυτό σου αυτό που δεν θέλεις, και έτσι ο εγκέφαλος αυτόματα διαλέγει μόνο αυτό. Από τη στιγμή που μπορείς να συγκεντρωθείς σε λίγα πράγματα κάθε φορά, εσύ προσέχεις τα κακά πράγματα, λες στον εαυτό σου ότι αυτό είναι ό,τι υπάρχει, και μετά δημιουργείς (ή ενισχύεις) την πεποίθηση αυτή. Στην περίπτωση σου, αυτός είναι ο λόγος που πιστεύεις ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί. Την ίδια στιγμή συμβαίνουν καλά και θετικά πράγματα γύρω σου, αλλά εξαιτίας της αρνητικής στάσης σου, δεν είσαι σε θέση να δώσεις σημασία σε αυτά. Δεν θα ήθελες να αρχίσεις να παρατηρείς τα καλά πράγματα αντί των κακών;»

«Θα ήθελα κάτι τέτοιο, αλλά δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Έχεις κάποια συμβουλή;» ρώτησε ο Δημήτρης ένθερμα.

«Ω, μα ήδη άρχισες», είπε ο αετός σοφά. «Όταν απάντησες στις ερωτήσεις μου σχετικά με το τι θέλεις, τι θα σου έδινε αυτό, πώς θα το ξέρεις όταν θα το έχεις αποκτήσεις και θα έχεις φτάσει πραγματικά εκεί, όταν απάντησες σε αυτά λοιπόν, είχες ήδη αρχίσει να εκπαιδεύεις το μυαλό σου να κοιτάει τα καλά πράγματα στη ζωή.»

«Μου φαίνεται αρκετά εύκολο κάτι τέτοιο. Είσαι σίγουρος ότι θα δουλέψει;»

«Δουλεύει για ‘μένα, το καφέ πουλάκι και εκατοντάδες άλλους. Απλά εξαρτάται από το αν είσαι ή όχι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσεις τις ερωτήσεις για όλες τις πλευρές της ζωής σου, ξανά και ξανά, μέχρι να γίνουν ο αυτόματος τρόπος σκέψης σου, άσχετα με τις συγκυρίες στις οποίες θα βρίσκεσαι κάθε φορά. Τι θέλεις να κάνεις, λοιπόν;»

«Θέλω να αλλάξω τη ζωή μου εδώ και τώρα», είπε ο Δημήτρης. «Ας αρχίσουμε.»

«Επίτρεψε μου λοιπόν να βεβαιωθώ ότι ακόμα θέλεις αυτά που είπες ότι θέλεις νωρίτερα. Είπες ότι επιθυμείς να βρεις ένα ωραίο χωριό, να βρεις μια ασχολία που σου αρέσει, να βγάλεις χρήματα, να βρεις μια γυναίκα που θα θέλεις να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια και να ζήσεις χαρούμενα για το υπόλοιπο της ζωής σου. Σωστά;»

«Ναι, μου αρέσουν πολύ όπως ακούγονται όλα αυτά, και θέλω να ξεκινήσω αμέσως. Αρκετά σπατάλησα τη ζωή μου. Μπορούμε να βρούμε ένα άλλο χωριό; Είμαι έτοιμος!»

«Ακολούθησε με» είπε ο κ. Αετός, ενώ ξεκίνησε να πετάξει. «Θα πρέπει να περπατάς γρήγορα για να μη μείνεις πίσω.»

Στο Χωριό

Προς το τέλος της ημέρας έφτασαν σε ένα ευχάριστο χωριό. Ο Δημήτρης αυτή τη φορά μπήκε με διαφορετική συμπεριφορά, χαμογελώντας και χαιρετώντας τους ανθρώπους που συναντούσε. Οι περαστικοί ανταπέδιδαν το χαμόγελο και κάποιοι σταμάτησαν για να τον ρωτήσουν που μεγάλωσε. Είχε ακόμα και μια δυο σύντομες συζητήσεις σχετικά με μέρη στα οποία θα μπορούσε να μείνει μέχρι να βρει πιο μόνιμο κατάλυμα.
Ο Δημήτρης έφτασε σε έναν από τους ξενώνες που του πρότειναν και εκεί βρήκε ένα ευχάριστο δωμάτιο, όχι πολύ ακριβό, όπου θα μπορούσε επίσης να έχει πρωινό και βραδινό. Μόλις κάθισε στο κρεβάτι άρχισε να συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα έδειχναν καλά. Προς το παρόν, θα είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι του, θα ήταν ζεστός, και θα έτρωγε τακτικά. Είχε καταφέρει να πάρει κάποια από αυτά που ήθελε, και είχε περάσει λιγότερο από μία μέρα από τότε που άρχισε τον νέο τρόπο σκέψης του. Μετά το δείπνο είχε έρθει η ώρα για τον κ.Αετό να αναχωρήσει. Συμφώνησαν να συναντηθούν το επόμενο πρωί για ακόμη μια επισκόπηση των ερωτήσεων, και για να καταστρώσουν ένα σχέδιο για την ημέρα. Καθώς ο κ.Αετός πετούσε στον έναστρο ουρανό, ο Δημήτρης τον ευχαριστούσε δυνατά.
Ο Δημήτρης ξύπνησε το επόμενο πρωί και είδε το φως του ήλιου χύνεται από το παράθυρο. Παρατήρησε τους λευκούς τοίχους, και για μια στιγμή, δεν μπορούσε να καταλάβει που βρισκόταν. Μετά θυμήθηκε τι συνέβη εχθές – η κρίσιμη καμπή στη ζωή του. Επίσης, γνώριζε ότι δεν θα είχε βρει αυτό το ζεστό μέρος για να κοιμηθεί και να φάει χωρίς το καφέ πουλάκι και τον κ. Αετό. Έριξε μια ματιά στο ρολόι, και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πεινούσε και ήθελε να φάει πρωινό πριν συναντηθεί με τον αετό.
Μετά το πολύ ικανοποιητικό πρωινό με αυγά, λουκάνικα και κέικ, ξεκίνησε για να βρει τον κ. Αετό. Και οι δυο τους είχαν ξεκουραστεί καλά, και ανυπομονούσαν να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα του ταξιδιού του Δημήτρης. Για ακόμη μια φορά ο Δημήτρης ευχαρίστησε τον αετό θερμά για όλα όσα είχε κάνει. Ήξερε βαθιά μέσα του ότι ποτέ ξανά δεν θα ήταν ο ίδιος


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια Μέρος 2ο

Συναντώντας τον κ. Αετό
clip_image002Δεν είχαν περπατήσει για πολύ όταν τους βρήκε ο μεγάλος φίλος του μικρού πουλιού, ο κ. Αετός. Ήταν μια πολύ επιβλητική φιγούρα καθώς προσγειώθηκε πάνω στην προεξοχή ενός βράχου και ο Δημήτρης νιώθοντας φόβο κοιτούσε συνεχώς το πουλάκι ψιθυρίζοντας, «Είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τον αετό; Έχει τόσο μυτερό ράμφος και δυνατά νύχια που δεν μοιάζει και πολύ φιλικός!»


Το πουλάκι γέλασε και είπε, «Ο αετός είναι ένα μεγάλο πουλί με μια μεγάλη καρδιά. Τίποτα δεν του αρέσει περισσότερο από το να βοηθάει τους άλλους, αρκεί η κατάληξη να είναι καλή, και οι ίδιοι να γνωρίζουν τι πραγματικά θέλουν. Έτσι δεν είναι, κ. Αετέ;»


«Έτσι ακριβώς, αγαπητέ μου», είπε με βαθιά φωνή ο αετός. «Πιστεύω ότι υπάρχει τόσο καλό που πρέπει να γίνει σε αυτό τον κόσμο, που δεν βρίσκω χρόνο ή υπομονή για πλάσματα που λυπούνται τον εαυτό τους και κατηγορούνε τους άλλους. Αλήθεια, μένω έκπληκτος από το πόσα πλάσματα δεν γνωρίζουν τι θέλουν. Ξοδεύουν όλο το χρόνο τους στο να σκέφτονται τι ΔΕΝ θέλουν. Φαντάζεσαι να σπαταλάς τη ζωή σου με τέτοιες σκέψεις;»
Τα μάτια του μικρού πουλιού έλαμψαν. «Ο λόγος που εμείς οι δυο είμαστε τόσο καλοί φίλοι είναι ότι σκεφτόμαστε παρόμοια. Είναι τόσο ευχάριστο να είμαι μαζί σου γιατί πάντα έχεις να πεις ενδιαφέρουσες ιστορίες για καινούριες και θετικές εμπειρίες. Έχεις πάντα ένα σχέδιο, έχεις κίνητρο να πετύχεις εκπληκτικά πράγματα και νιώθεις πάντα καλά με τον εαυτό σου. Ταιριάζουμε πραγματικά.»


Ο κ. Αετός χάιδεψε το καφέ πουλάκι στο κεφάλι με την άκρη του φτερού του και κοιτώντας τον Δημήτρη είπε, «Δεν το περίμενα να σε βρω να κάνεις παρέα με αυτόν. Φαίνεται σαν να τον ξέθαψες από καμιά τρύπα. Μα γιατί τέλος πάντων δείχνει τόσο αγέλαστος και ατημέλητος, και τι κάνεις ΕΣΥ μαζί του;»
Το πουλάκι διηγήθηκε στον αετό την ιστορία του Δημήτρη. Όταν τελείωσε, ο κ, Αετός στράφηκε προς τον Δημήτρη.
«Ώστε ξεκίνησες για να αναζητήσεις την τύχη σου και να βρεις τον δρόμο σου στον κόσμο, ε;»
«Ν.. ν.. ναι, κύριε» απάντησε ο Δημήτρης, κάπως τρομοκρατημένος από την μεγαλόπρεπη μορφή που στεκόταν μπροστά του.


«Και πώς είχες σκοπό να το κάνεις αυτό χωρίς να λάβεις υπόψη σου τον επερχόμενο χειμώνα;» ρώτησε ο αετός, με ένα ίχνος περιφρόνησης στην φωνή του.


Βλέπετε κύριε, απλά φαντάστηκα ότι θα φτάσω στο επόμενο χωριό, θα βρω κάτι που μ’ αρέσει να κάνω, θα βγάλω κάποια χρήματα, θα βρω μια γυναίκα που θα θέλω να την παντρευτώ, θα αγοράσω ένα σπίτι, θα εγκατασταθώ, θα κάνω οικογένεια, και θα ζήσω χαρούμενα για το υπόλοιπο της ζωής μου», μυξόκλαψε ο Δημήτρης.


«Έτσι απλά;» ρώτησε ο αετός.


«Έτσι απλά.» απάντησε ο Δημήτρης.


«Δίχως σχέδιο;» ρώτησε δύσπιστα ο αετός.
Μετά στράφηκε προς το καφέ πουλάκι. 
 «Αυτός ο άνδρας πρέπει να διδαχθεί έναν νέο τρόπο σκέψης πριν πάει οπουδήποτε!»

Ένας Νέος Τρόπος Σκέψης

«Συμφωνώ απόλυτα, και αυτός είναι και λόγος για τον οποίο στον έφερα» είπε το πουλάκι ενθουσιασμένο και γύρισε προς τον Δημήτρη, «Είσαι πρόθυμος να μάθεις έναν νέο τρόπο σκέψης;»


Ο Δημήτρης αποκρίθηκε, «Σου είπα και το πρωί ότι είμαι απελπισμένος και θέλω βοήθεια. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι απλά το να σκεφτώ διαφορετικά θα μου βρει μια δουλειά και μια καινούρια ζωή. Νιώθω ότι κάτι πρέπει να έχω κάνει λάθος κάποια στιγμή και τώρα τιμωρούμαι γι’ αυτό. Από την άλλη, αν αυτό νομίζετε και οι δύο ότι χρειάζομαι, είμαι πρόθυμος να κάνω μία προσπάθεια. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα δουλέψει, και δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να αλλάξω, άλλα και οι δυο σας φαίνεται να έχετε καλύτερες ζωές από εμένα, οπότε ίσως να έχετε πράγματι κάτι να μου διδάξετε ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση.»


«Ε, λοιπόν αν είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου, ας αρχίσουμε με κάποιες ερωτήσεις. Η πρώτη είναι: τι θέλεις;» είπε ο αετός.


«Μισό λεπτό!» διαμαρτυρήθηκε ο Δημήτρης. «Αυτή είναι η ίδια ερώτηση που με ρώτησε το πουλάκι όταν με ξύπνησε σήμερα το πρωί. Τι συμβαίνει με ‘σας τους δυο; Είπα ήδη τι θέλω!». Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.


Ο κ. Αετός συνοφρυώθηκε. «Μια και δεν ήμουν εκεί, πρέπει να σε ρωτήσω τις ίδιες ερωτήσεις για να μπορέσω να σε βοηθήσω να πάρεις αυτό που θέλεις. Ακούγεσαι ενοχλημένος, αλλά αν είχες θέσει στον εαυτό σου αυτές τις πολύ σημαντικές ερωτήσεις πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου, ίσως τώρα να μην ήσουν σε αυτό το χάλι. Άσε με λοιπόν να σε ξαναρωτήσω… είσαι πραγματικά έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεσαι; Γιατί αυτό που θα σε διδάξω είναι μια νέα στρατηγική σκέψης. Θα κάνει την διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας στη ζωή σου. Αν δεν είσαι έτοιμος να διδαχθείς μια καινούρια στρατηγική σκέψης, δεν θα σπαταλήσω τον χρόνο μου σε ‘σένα. Μπορείς απλά να πηγαίνεις, και να σκοντάφτεις για την υπόλοιπη ζωή σου όπως ακριβώς έκανες πάντα. Ποια είναι η απόφαση σου;»


«Συγνώμη», είπε ο Δημήτρης, «θέλω όντως να μάθω. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς, ρωτώντας τις ίδιες ερωτήσεις, βοηθάει. Αυτό είναι όλο.» Ο Δημήτρης στραβομουτσούνιαζε ακόμα, αλλά φαινόταν πρόθυμος να ακούσει.
Σε αυτό το σημείο το καφέ πουλάκι είπε. 


«Δημήτρη, θα σε αφήσω στα έμπειρα χέρια του κ. Αετού. Έχω μια φωλιά να καθαρίσω και να προετοιμαστώ για την άνοιξη, και τα μικρά μου σύντομα θα βγουν από τα αυγά τους. Καλή σου τύχη. Άκουσε τον κ. Αετό και κάνε ό,τι σου πει. Αυτός μου δίδαξε όλα όσα ξέρω. Είμαι ευτυχισμένος χάρη στις νέες δεξιότητες που δίδαξε σε ‘μένα και στην οικογένεια μου όταν ήμουν ένα μικροσκοπικό νεογνό ακόμα.»


Χαιρέτησε τον κ. Αετό, έδωσε στον Δημήτρη ένα ευγενικό τσίμπημα στο μάγουλο και πέταξε μακριά πριν ο Δημήτρης προλάβει να το ευχαριστήσει. Αυτός χαιρετούσε μέχρι που το πουλάκι χάθηκε. Τότε στράφηκε προς τον κ. Αετό, ακόμη κάπως φοβισμένος και επιφυλακτικός, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.


«Ας αρχίσουμε λοιπόν!» είπε ο αετός. «Θα σε ξαναρωτήσω. Ερώτηση πρώτη: Τι θέλεις;»


Ο Δημήτρης είπε: «Θέλω να πάω σπίτι.»


«Πώς θα σε ωφελήσει το να πας σπίτι;»


«Θα μου παρέχει τροφή και στέγη και θα βάλει τέλος στην μοναξιά μου» απάντησε ο Δημήτρης. Οι ερωτήσεις είχαν αρχίσει να ακούγονται παρηγορητικές και οικίες.


«Αν είχες φαγητό και στέγη και δεν ήσουν μόνος πια, τι καλό θα έκανε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμη πιο σημαντικό;» ρώτησε ο κ. Αετός.


«Θα μου έδινε πίσω την οικογένεια μου και την κοινότητα μου.»


«Τίποτα άλλο;»


Ο Δημήτρης απάντησε. «Θα είχα γαλήνη και δεν θα χρειαζόταν να περιπλανιέμαι πια.»


«Πώς όμως θα ξέρεις ότι έφτασες τους στόχους σου;»
clip_image004«Θα έχω μια σκεπή πάνω από το κεφάλι μου και θα έχω την κοιλιά μου γεμάτη. Θα είμαι στη ζέστη, η οικογένεια μου και οι φίλοι μου θα είναι γύρω μου και η καρδιά μου θα είναι γεμάτη χαρά.»


«Λοιπόν, τι σε σταματάει από το να τα έχεις όλα αυτά τώρα;» συνέχισε ο αετός.


«Είμαι χαμένος», απάντησε ο Δημήτρης, ελαφρώς απογοητευμένος ακόμη μια φορά από την επανάληψη. «Αυτές είναι οι ίδιες ερωτήσεις που μου έκανε και το καφέ πουλάκι, και στις οποίες απάντησα. Οι ερωτήσεις του με οδήγησαν σε εσένα, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς θα φτάσω σπίτι μου!»


Ο αετός απάντησε ευγενικά, «Καταλαβαίνω, αλλά σε παρακαλώ εμπιστέψου με. Αυτές οι ερωτήσεις θα είναι ο χάρτης σου για το σπίτι. Κατανοώ ότι έφυγες από το σπίτι επειδή ο μεγαλύτερος αδερφός σου είναι αυτός που θα κληρονομήσει το παντοπωλείο, και ότι δεν υπάρχει μέρος για ‘σένα εκεί. Όταν απάντησες τις ερωτήσεις μου, δεν ανέφερες ποτέ το να αποκτήσεις μια δουλειά ή το πώς θα βγάλεις τα προς το ζην. Ήσουν αποκλειστικά απασχολημένος με το που θα μπορούσες να πας, σωματικά. Περιμένεις από τον πατέρα σου και τον αδερφό σου να σου παρέχουν ότι χρειάζεσαι;»
Τριγύρω επικρατούσε άπνοια καθώς ο Δημήτρης αναλογιζόταν αυτή την κρίσιμη ερώτηση. Μετά είπε: «Υποθέτω ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ήμουν τόσο προσκολλημένος στο να βρω τον δρόμο για το σπίτι και να ανακτήσω όλες τις ανέσεις της νεότητας μου, που πρέπει να παρέλειψα αυτή την πλευρά. Φυσικά ο πατέρας μου και ο αδερφός μου δεν μπορούν να φροντίζουν για ‘μένα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Διονύσης κι εγώ ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι έτσι κι αλλιώς. Πέρα απ’ αυτό, είμαι ενήλικας πια και πρέπει να μάθω να φροντίζω εγώ για τον εαυτό μου. Απλά δεν ξέρω πώς». Ο Δημήτρης ακούστηκε ηττημένος.


«Εντάξει,» είπε ο αετός, «ας αρχίσουμε από την αρχή. Πρώτα απ’ όλα, μπορώ να σου δείξω το δρόμο για το σπίτι σου, οπότε αν αυτό είναι που θέλεις, ας αρχίσουμε το ταξίδι μας. Το χωριό σου είναι από ‘δω», και ο κ. Αετός έδειξε δυτικά.


«Όχι, όχι, έχεις δίκιο», είπε ο Δημήτρης, «αν και θέλω να ξέρω το δρόμο για το σπίτι, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω χωρίς να έχω καταφέρει κάτι στη ζωή μου. Θα ένιωθα ντροπιασμένος, και θα απογοήτευα τον πατέρα μου και τον μεγαλύτερο αδερφό μου. Αν έπρεπε να μοιραστούν το σπίτι και το φαγητό τους μαζί μου μπορεί να μην είχαν αρκετά ούτε για αυτούς, μια και με το ζόρι τα βγάζουν πέρα έτσι κι αλλιώς. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το να πάω σπίτι δεν είναι αυτό που θέλω πια. Άλλαξα γνώμη».

Σχεδιάζοντας μια Νέα Ζωή

«Μπορούμε πάντα να αρχίσουμε από την αρχή», είπε ο κ. Αετός. «Έχεις οικειότητα με αυτές τις ερωτήσεις, αλλά μπορεί να σου προκαλέσει έκπληξη το πόσο έχουν αλλάξει οι απαντήσεις σου από την τελευταία φορά. Τι θέλεις πραγματικά, λοιπόν;»


«Θέλω να κάνω κάτι στη ζωή μου» είπε ο Δημήτρης και κράτησε το κεφάλι του ψηλά. Η παιδική ηλικία γλιστρούσε από πάνω του και χανόταν.


«Τι ακριβώς θέλεις να κάνεις όμως; Από τι θα ήθελες να αποτελείται η ζωή σου;»


Ο Δημήτρης σταμάτησε για μια στιγμή. «Άσε με να το σκεφτώ» Μετά συνέχισε, «Είναι αυτό που πάντα ήθελα, και νόμιζα ότι δεν θα έχω πρόβλημα να το αποκτήσω. Θα πήγαινα στο επόμενο χωριό, θα έβρισκα κάτι που μ’ άρεζε, θα έβγαζα λεφτά, θα έβρισκα μια γυναίκα να παντρευτώ, θα αγόραζα ένα σπίτι, θα έκανα οικογένεια, και θα ζούσα ευτυχισμένα. Σαν παραμύθι. Είναι απλό. Να τι θέλω.»


«Αυτά είναι πολλά», είπε ο κ. Αετός, χτυπώντας τα φτερά του. «Αλλά πιστεύω ότι είναι δυνατό να αποκτήσεις αυτά που επιθυμεί η καρδιά σου. Νομίζω ότι πρέπει απλά να χωρίσεις το τελικό ‘παραμυθένιο’ αποτέλεσμα σε μικρότερα κομμάτια, και να επιλέξεις κάποιο για να αρχίσεις. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα ήθελες ή θα χρειαζόσουν;»


«Λοιπόν…» είπε ο Δημήτρης, «πρέπει να βρω ένα χωριό, φυσικά. Ένα όπου θα ζω ευτυχισμένος. Παράλληλα σε αυτό το χωριό πρέπει να βρω και μία δουλειά που θα μου ταιριάζει.»


Ο κ. Αετός κούνησε το ράμφος του συμφωνώντας. «Τώρα κάτι κάνουμε!» φώναξε. «Όταν βρεις το τέλειο χωριό και μια δουλειά που θα σε κάνει να νιώθεις άξιος, τι θα κάνεις; Πώς θα ωφεληθείς από αυτούς τους δύο παράγοντες;»
«Θα έχω ένα σπίτι και μία απασχόληση.»


«Και τι καλό θα κάνουν για εσένα συγκεκριμένα;»


«Θα έχω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου και λεφτά για να ξοδέψω», απάντησε ο Δημήτρης, οραματιζόμενος ένα σπίτι με αχυροσκεπή, και χρυσά νομίσματα να κουδουνίζουν στις τσέπες του.


«Και πώς θα σε βοηθήσουν;»


«Ε, θα είμαι ικανός να αγοράσω ότι χρειάζομαι για να φροντίσω τον εαυτό μου.»


Ο κ. Αετός ένιωσε ότι κάτι κατάφερναν. «Και όταν θα μπορείς να αγοράσεις ότι χρειάζεσαι για να φροντίσεις τον εαυτό σου, πως θα σε βοηθήσει κάτι τέτοιο;»


«Μετά θα μπορώ να βρω μία γυναίκα που θα θέλει να με παντρευτεί, θα ζήσουμε μαζί και θα κάνουμε οικογένεια», απάντησε ο Δημήτρης. Το πρόσωπο του φωτιζόταν όλο και πιο πολύ – στο μυαλό του φανταζόταν ένα παιδί στα χέρια του.


«Αν λοιπόν ήταν να ερωτευτείς, να φτιάξεις τη ζωή σου με μία νύφη, και να γίνεις ένας περήφανος πατέρας, πως θα βοηθούσε αυτό;»


«Θα είχα βρει την γαλήνη και θα ζούσα χαρούμενος το υπόλοιπο της ζωής μου. Θα είχα το παραμύθι μου.»
Ξανά, ο κ. Αετός ρώτησε, «Και αν ήσουν γαλήνιος και ζούσες χαρούμενος την υπόλοιπη ζωή σου, τι θα σήμαινε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμα πιο σημαντικό;»


Ο Δημήτρης έκανε μια παύση για να σκεφτεί. «Ειρήνη και ευτυχία.»
Ο αετός έστρεψε τα σκοτεινά μάτια του στον Δημήτρη. Μετά είπε, «Αν αυτά τα πράγματα είναι τόσο σημαντικά για εσένα, τι σε σταματάει από το να τα αποκτήσεις αυτή τη στιγμή;»
Ο Δημήτρης ήταν ειλικρινής, «Λοιπόν, κύριε, δεν βρήκα μέχρι τώρα κάποιο χωριό που να έμοιαζε με ένα τόπο στον οποίο θα ήθελα να ζήσω.»


«Τι είδους χωριό αναζητάς;» ρώτησε ο κ. Αετός. «Όπως γνωρίζεις, είμαι πολύ διαβασμένος σε αυτή την περιοχή.»
Ο Δημήτρης απάντησε γρήγορα, «Ένα χωριό όπου οι άνθρωποι θα είναι φιλικοί, το περιβάλλον θα είναι όμορφο και ειρηνικό, οι δουλειές θα είναι πολλές και θα υπάρχουν νέοι άνθρωποι στην ηλικία μου. Επίσης θα ήθελα να απέχει από το παλιό μου χωριό λιγότερο από μιας μέρας ταξίδι, ώστε να μπορώ να επισκέπτομαι την οικογένεια μου εύκολα.»


«Αυτό δεν νομίζω να είναι πολύ δύσκολο» απάντησε ο αετός. «Ξέρω πολλά χωριά που ταιριάζουν ακριβώς σε αυτή την περιγραφή.»


«Θα με πας σε παρακαλώ σε κάποια από αυτά;» ρώτησε ο Δημήτρης, «δεν είχα τύχη ψάχνοντας ένα μέρος σαν αυτό που περιέγραψα.» Ήξερε ότι κάτι απίστευτο επρόκειτο να συμβεί.


«Αν ξεκινήσουμε κατευθείαν, νομίζω πως έχω χρόνο για κάτι τέτοιο» είπε ο αετός. 
«Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη νέα σου ζωή;»
«Ποτέ δεν ήμουν πιο έτοιμος για κάτι!» φώναξε ο Δημήτρης.


Οι δυο τους ξεκίνησαν για την ύπαιθρο – ο αετός, με χάρη και μεγαλοπρέπεια μέσα στην καταχνιά, και ο Δημήτρης, ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον του για πρώτη φορά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...