Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Η ισορροπία στη σχέση

 

Υπάρχει μια κατάσταση την οποία έχω συναντήσει παρακολουθώντας περιπτώσεις σχέσεων, σοβαρών και μη, η οποία είναι τόσο διαδεδομένη που συμβαίνει σχεδόν ΠΑΝΤΟΥ. Να τι είδα... couple-train-old-timey-photo-railroad-balance-walking

Ουσιαστικά σε κάθε σχέση υπάρχει ένας κύκλος και μία ισορροπία όπου ο ένας είναι πιο αφοσιωμένος ή “αγαπάει πιο πολύ” από τον άλλο. Και παρόλο που αυτή η δυναμική μπορεί να υποχωρεί και να επανέρχεται σαν την παλίρροια, και οι ρόλοι να αλλάζουν, κάθε σχέση έχει γενικά μια προβλέψιμη δομή. Ο πυρήνας αυτής της ιδέας είναι ότι η αγάπη και ο πόθος έχουν μια πολύ ευδιάκριτη “ισορροπία” που μπορεί να διαταραχθεί από κοινές συμπεριφορές του άντρα ή της γυναίκας. Αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να απλοποιηθούν σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες ή ρόλους.

Μιλήσαμε για τον ρόλο αυτού που “προσπαθεί να πείσει”, οπότε τώρα ας περιγράψω στα γρήγορα το ρόλο αυτού “που αντιστέκεται”. Αυτός ο ρόλος δημιουργείται εξαιτίας της προσπάθειας του ενός να πείσει. Με άλλα λόγια, αυτός που αντιστέκεται έχει ΑΜΥΝΤΙΚΗ συμπεριφορά και ΑΠΟΣΥΡΕΤΑΙ εξαιτίας της προσπάθειας να τον πείσουν. Η αντίσταση είναι η απάντηση στην πίεση και στην επιβολή που εμπεριέχονται στη συμπεριφορά του ατόμου που θέλει να πείσει.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτός που προσπαθεί να πείσει που διαταράσσει την “ισορροπία μιας σχέσης”. Αν ένας άντρας ή μία γυναίκα αρχίσει να έχει συμπεριφορά αντίστασης, τότε συχνά τραβάει τον άλλο στο να αναλάβει το ρόλο αυτού που προσπαθεί να πείσει, σαν αντιστάθμισμα για την απόσταση και την απόσυρση που έχει δημιουργηθεί.

healthy-relationship

Να λοιπόν ένα σημαντικό στοιχείο. Χρειάζεται ή ένας να αναλάβει το ρόλο αυτού που προσπαθεί να πείσει, ή ένας τον ρόλο αυτού που αντιστέκεται για να μετατοπιστεί η Ισορροπία της Σχέσης. Για να φτιάξουμε λοιπόν ένα πιο καθαρό και σαφές μοντέλο της Ισορροπίας της Σχέσης, θα λέω αυτόν που πρώτος αναλαμβάνει έναν από αυτούς τους ρόλους, ο “Υποκινητής”, και τον άλλο που αντιδρά, ο “Αντισταθμιστής”.

Βάλε όλα αυτά μαζί και έχεις 4 διαφορετικούς συνδυασμούς στην Ισορροπία της Σχέσης.

1. Υποκινητής της αντίστασης

2. Αντισταθμιστής της αντίστασης

3. Υποκινητής της πίεσης

4. Αντισταθμιστής της πίεσης

Ωραία... τώρα θέλω να κάνεις κάτι διασκεδαστικό, σαν μια εμπειρία εκμάθησης. Η γνώση που οι γυναίκες κερδίζουν από αυτή την εμπειρία είναι πολύ σημαντική, οπότε αφιέρωσε 5 – 10 λεπτά και συγκεντρώσου στα παρακάτω.

Πάμε λοιπόν...   The Way Sign

Αφιέρωσε λίγα λεπτά και σκέψου για τους παραπάνω τέσσερις ρόλους και το τι αφορούν γενικά.

Μόλις έχει μια γενική ιδέα, πάρε μια βαθιά ανάσα, επιβράδυνε τις σκέψεις σου, και φαντάσου τον εαυτό σου να μιλάει σε έναν άντρα, με τον οποίο έχετε σχέση, σχετικά με το μέλλον σας. Θα μπορούσε να είναι ο άντρας με τον οποίο τώρα έχεις σχέση ή κάποιος που σε ενδιαφέρει και σου αρέσει.

Τώρα διάλεξε έναν από τους παραπάνω τέσσερις ρόλους και βάλε τον εαυτό σου σε αυτή τη θέση.

Τώρα φαντάσου τον τρόπο με τον οποίο αυτό το άτομο (εσύ δηλαδή στο ρόλο) επικοινωνεί με τον άντρα, πώς συμπεριφέρεται και πώς είναι η γλώσσα τους σώματος της. Και τώρα που έχεις την εικόνα της στο μυαλό σου σκέψου καλά κάποιες από τις παρακάτω ερωτήσεις...

· Άρχισε κάποια συζήτηση σχετικά με τη σχέση και το μέλλον;

· Πώς είναι η συμπεριφορά της; Είναι άτομο με αυτοπεποίθηση;

· Όταν μιλάει με τον άντρα με τον οποίο έχει σχέση είναι απαισιόδοξη ή αισιόδοξη;

Ωραία, και τώρα που ολοκλήρωσες τη διαδικασία για τον έναν από τους τέσσερις ρόλους, πάνε πάλι πίσω και κάνε το ίδιο και για τους άλλους τρεις.

Θα αρχίσεις να βλέπεις την φυσική ισορροπία ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα να αλλάζει ανάλογα με την περίπτωση καθώς και το πόσο διαφορετικά συναισθήματα και εντυπώσεις δημιουργούνται κάθε φορά.

Τα παραπάνω είναι η δυναμική διαδικασία της Αιτίας και του Αποτελέσματος σε πράξη.

Σε ρωτάω λοιπόν... ποιος ρόλος σου έδωσε την πιο ικανοποιητική και ολοκληρωμένη εμπειρία; Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος και ενοχλητικός;

Ενδιαφέρον...   images (1)

Ο πιο ενδιαφέρον και ενορατικός ρόλος που εγώ βλέπω στην Ισορροπία της Σχέσης είναι αυτός όπου η διαδικασία της ανισορροπίας έχει την γυναίκα ως “Υποκινητή της πίεσης”. Η επόμενη ιστορία δείχνει πώς παίρνουν συνήθως αυτό το ρόλο οι γυναίκες.

Ένας άντρας και μία γυναίκα τα έχουν. Η γυναίκα είναι ώριμη και συναισθηματικά πιο διαθέσιμη από τον άντρα, όποτε φτάνει στο σημείο όπου θέλει κάτι παραπάνω. Αυτός όμως δε συμφωνεί ή δεν θέλει ακόμα το ίδιο. Η γυναικά λοιπόν “προσπαθεί να τον πείσει”.

Ο άντρας παίρνει τον ρόλο της “αντίστασης” και κατέχει επίσης, από ψυχολογική άποψη, τη θέση αυτού που έχει τον έλεγχο γιατί του έχει δοθεί η δύναμη να πει “ναι” ή “όχι” στην προσπάθεια της γυναίκας να τον πείσει. Το αποτέλεσμα είναι η γυναίκα να δυσανασχετεί και να αναστατώνεται και τελικά να φανερώνει έντονα συναισθήματα τα οποία φαίνονται αρνητικά για τον άντρα και τον πιέζουν.

Ο άντρας λοιπόν κλείνεται στον εαυτό του και απομακρύνεται. Όσο αντιστέκεται νιώθει όλο και περισσότερη πίεση καθώς και ενοχές. Η αντίσταση του άντρα δυσαρεστεί τη γυναίκα και αυτή με τη σειρά της προσπαθεί όλο και περισσότερο να πείσει τον άντρα για να γίνει το δικό της. Και ο φαύλος κύκλος των συναισθημάτων συνεχίζεται όλο και πιο έντονα.

Ωραία, τέλος της ιστορίας...

Σου έχει συμβεί ποτέ κάτι παρόμοιο;  couple-cute-happiness-intimacy-favim-com-664063

Όσο πιο πολύ προσπαθείς να τον κάνεις να σε ακούσει τόσο πιο πολύ αυτός απομακρύνεται και κόβει την επικοινωνία. Οπότε, φυσικά, εσύ δυσανασχετείς και πληγώνεσαι, κάτι το οποίο με τη σειρά του κάνει αυτόν να σε αποφεύγει και να χάνει το ενδιαφέρον του.

Το θέμα είναι ότι ΤΙΠΟΤΑ δεν κάνει έναν άντρα να απομακρυνθεί περισσότερο, από μια γυναίκα που παρακαλεί και πιέζει για μια μακροχρόνια απόφαση μέσω επίδειξης πληγωμένων συναισθημάτων. Το χειρότερο με το να είσαι αυτή που προσπαθείς να πείσεις είναι ότι τελικά μπορεί να σκοτώσει την έλξη και το ενδιαφέρον που ένας άντρας νιώθει για εσένα.

Δεν φαίνεται λογικό άλλα τελικά έτσι είναι τα πράγματα.

 

Είναι πάντα ενδιαφέρον να αντιστρέφεις τα πράγματα και να φαντάζεσαι έναν άντρα στο ρόλο του Υποκινητή της Πίεσης. Πιθανόν να το έχεις βιώσει γιατί είναι αρκετά συχνή συμπεριφορά – εντοπίζεται σε συμπεριφορές όπως άστοχα δώρα, πολλά τηλεφωνήματα και γενικά μεγάλη προσπάθεια να γίνει αρεστός.

Είχες ποτέ αυτή την εμπειρία με κάποιον άντρα που προσπαθεί να σε πείσει να βγείτε ή να τα φτιάξετε ενώ εσύ δεν ενδιαφερόσουν; Τότε, όταν δεν εκδήλωνες ενδιαφέρον αυτός προσπαθούσε όλο και περισσότερο.unequal-balance

Πάω στοίχημα ότι δεν σε έριξε με το φλερτ και τα παρακάλια του, σωστά; Αντιθέτως, από το να σε ελκύει, μάλλον σε απωθούσε οτιδήποτε κι αν έκανε.

Χμμ.... ενδιαφέρον.

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ Συνέχεια Μέρος 8ο

Η Επιστροφή των Διδύμων

Αυτή την κατάσταση αντίκρισαν ο Δημήτρης και ο Διονύσης όταν επέστρεψαν σπίτι. Αφού βρήκαν το σπίτι άδειο, περπάτησαν γρήγορα στο οικογενειακό παντοπωλείο όπου έμειναν άναυδοι μπροστά στο παράθυρο, στην θέα του μεγαλύτερου αδερφού τους να κλαίει μεθυσμένου πάνω από το γραφείο του. Χτύπησαν το παράθυρο και τελικά ο Δαμιανός σηκώθηκε να τους ανοίξει.

Οι δίδυμοι ρώτησαν τον αδερφό τους τι πήγαινε στραβά, και που βρισκόταν ο πατέρας τους. Ο Δαμιανός διηγήθηκε την εκδοχή του για το τι συνέβη από τότε που έφυγαν. Κατηγόρησε τον πατέρα του ότι έδωσε δωρεάν εμπόρευμα με κακούς όρους, ότι τον άφησε μόνο να τα βγάλει πέρα, και ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι η ξηρασία θα χτυπούσε. Κατηγόρησε τους αγρότες ότι αθέτησαν τις υποσχέσεις τους στην επιχείρηση και την κατέστρεψαν, καθώς και τους υπαλλήλους ότι έκλεψαν τα λεφτά της οικογένειας και έφυγαν, και τέλος το νέο μεγάλο παντοπωλείο για αθέμιτο ανταγωνισμό.

«Και τι έκανες για όλα αυτά;», ρώτησε ο Διονύσης, ευγενικά και με ενδιαφέρον.


«Ανέλυσα την κατάσταση, αν και όσο ανακάλυπτα τα προβλήματα και το ποιοι έφταιγαν, τόσο χειρότερα γίνονταν τα πράγματα», απάντησε ο Δαμιανός.

«Και τι έκανες μετά;», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Διάλεξα ποιους έπρεπε να απολύσω και τους απέλυσα, και τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα», απάντησε ο Δαμιανός.

«Και τι θέλεις αντ’ αυτού;», ρώτησε ο Διονύσης.
«Δεν ξέρω. Δεν θέλω να συνεχιστεί αυτό. Το παντοπωλείο θα κλείσει και εγώ θα πρέπει να βγω έξω στον άδικο κόσμο και να δουλέψω για κάποιον άλλο. Κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, το ίδιο και εσείς – κανείς από τους δυο σας δεν ξέρει τίποτα για το παντοπωλείο», πρόσθεσε ο Δαμιανός, κάπως αυτάρεσκα.

Τα αδέρφια κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε νόημα να μιλάνε στον Δαμιανό από τη στιγμή που ήταν μεθυσμένος και έβλεπε μόνο τις αρνητικές συνέπειες της κατάστασης.

Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του γιατρού και να δούνε τον πατέρα τους. Αυτό που είδαν τους σόκαρε. Ο δυναμικός άνθρωπος που θυμόντουσαν είχε μετατραπεί σε ένα εντελώς διαφορετικό άτομο: μικρός, ωχρός, πικρός, και απελπισμένος. Το μόνο για το οποίο μπορούσε να μιλήσει ήταν το πώς απέτυχε και το πώς τον απογοήτευσαν οι άλλοι. Τα αδέρφια αποφάσισαν να τον αφήσουν να ξεκουραστεί, να κάνει ένα διάλειμμα, και να σκεφτούν ποια θα είναι η επόμενη τους κίνηση.

Το Σχέδιο

Περπάτησαν προς ένα κοντινό πανδοχείο και παρήγγειλαν γεύμα. Καθώς τακτοποιήθηκαν και πίνανε το ζεστό τους τσάι, ο Διονύσης είπε, «Τώρα που μιλήσαμε και στον Δαμιανό και στον πατέρα, και γνωρίζουμε την κατάσταση από κάθε πλευρά, πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να βοηθήσουμε την οικογένεια μας να βγει από αυτή την δύσκολη θέση. Φαίνεται ότι θα πρέπει να παρατείνουμε την διαμονή μας εδώ μέχρι να βρούμε τι θα κάνουμε. Ας χρησιμοποιήσουμε ότι μάθαμε στα ταξίδια μας σχετικά με το τι θέλουμε».

Ο Δημήτρης αποκρίθηκε, «Λοιπόν, θέλουμε ο πατέρας μας να είναι υγιής και χαρούμενος, όπως ήταν πριν από αυτό το χάλι. Θέλουμε ο αδερφός μας ο Δαμιανός να κόψει το ποτό και να πάρει στα χέρια του τον έλεγχο της κατάστασης, και θέλουμε να τους βοηθήσουμε να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να σωθεί το παντοπωλείο».

«Και να είναι επιτυχημένη, έχει δεν έχει ξηρασία», πρόσθεσε ο Διονύσης. «Φυσικά, δεν μπορούμε να τους αναγκάσουμε να κάνουν οτιδήποτε, αλλά μπορούμε να τους επηρεάσουμε. Πώς θα το κάνουμε λοιπόν; Όπως είπαμε όταν συναντηθήκαμε κατά την επιστροφή μας εδώ, και οι δύο θα θέλαμε να μετακομίσουμε εδώ και να κάνουμε οικογένεια. Οπότε θα θέλαμε να έχουμε και ένα παντοπωλείο που θα ευημερεί ώστε να μπορούμε να έχουμε ένα μερίδιο στην επιχείρηση».
clip_image002

«Τι καλό θα κάνει αυτό για εμάς;».

«Πρώτα απ’ όλα θα έχουμε σώσει το παντοπωλείο που χτίστηκε από τον παππού μας, καθώς και τα μέσα συντήρησης και την υπόληψη του αδερφού και του πατέρα μας. Επίσης, θα αποδείξουμε ότι μάθαμε κάτι όσο ήμασταν μακριά. Θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση σαν μία πρόκληση η οποία θα μας κάνει δυνατότερους, θα μας βοηθήσει να καταφέρουμε περισσότερα στη ζωή μας, και θα μας δώσει μία ευκαιρία να διδάξουμε την στρατηγική σκέψης, την οποία μάθαμε, στην υπόλοιπη οικογένεια, κάτι το οποίο θα τους κάνει πιο υγιείς και χαρούμενους για πολλές γενιές», απάντησε ο Διονύσης.

«Τότε, ας φανταστούμε ότι έχουμε πετύχει το στόχο μας. Πώς θα ξέρουμε ότι πετύχαμε;», ρώτησε ο Δημήτρης.

«Θα έχουμε σταθεροποιήσει το παντοπωλείο και θα έχουμε μια ομάδα από χαρούμενος και αφοσιωμένους υπαλλήλους», απάντησε ο Διονύσης.

«Πώς θα φτάσουμε ΕΚΕΙ;», ρώτησε ο Δημήτρης.

«Πώς πρέπει, δηλαδή, να κινηθούμε για να τα πετύχουμε όλα αυτά; Με άλλα λόγια, ‘Που είναι το ΕΚΕΙ, ακριβώς;’».

Ο Διονύσης σκέφτηκε για ένα λεπτό. «Λοιπόν, πρώτα πρέπει να διδάξουμε στον Δαμιανό τις τέσσερις νέες μας ερωτήσεις. Θα πρέπει να τον συναντήσουμε το πρωί, να του προτείνουμε το σχέδιο και να θέσουμε και να ξανά θέσουμε τις ερωτήσεις. Θα χρειαστεί υπομονή και επανάληψη. Μπορεί να μη το καταλάβει στην αρχή, ειδικά αφού είναι τόσο θλιμμένος».

Ο Δημήτρης πετάχτηκε, «Ξέρω! Μπορούμε να του διηγηθούμε τις δικές μας ιστορίες, πώς ο καθένας μας έφτασε στο να μάθει τα ερωτήματα, πώς άλλαξαν τον τρόπο σκέψης μας, και πώς καταφέραμε και οι δύο να πετύχουμε αφού είχαμε εξασκηθεί αρκετά. Το ξέρει ότι δεν θα του λέγαμε ποτέ ψέματα. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να δει ότι ευημερούμε, οπότε θα μπορέσει να μας πιστέψει!».

Ο Διονύσης συμφώνησε και πρόσθεσε, «Δεύτερον, πρέπει να βοηθήσουμε τον πατέρα μας. Η αρρώστια του είναι μεν σωματική, άλλα η ψυχολογική του κατάσταση σίγουρα συνεισφέρει σε αυτήν. Κατηγορεί μονίμως τον εαυτό του, ξαναζώντας τις προηγούμενες εμπειρίες που του προκάλεσαν πόνο, και νιώθει απαίσια ξανά και ξανά.

Τίποτα από αυτά δεν βελτιώνει την κατάσταση του. Πρέπει πρώτα να του μάθουμε πώς να σκέφτεται για την αρρώστια, και να τον πείσουμε να διαλέξει πώς θέλει να ζήσει τη ζωή του, και μετά πρέπει να φέρουμε τον Δαμιανό και τον πατέρα κοντά για να μάθουν να δουλεύουν σαν ομάδα».

«Αυτό ακούγεται σαν κάτι που μπορεί να γίνει, παρόλα αυτά, κάποια πράγματα με προβληματίζουν. Πρώτον, πώς θα πείσουμε τον αδερφό και τον πατέρα μας ότι πρέπει να σκέφτονται διαφορετικά. Λέγοντας το απλά δεν θα βοηθήσει – έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή με τον παλιό τρόπο σκέψης τους. Εδώ που τα λέμε, εδώ είναι που τον μάθαμε κι εμείς», είπε ο Δημήτρης.

Ο Διονύσης έκανε μία μικρή παύση. «Λοιπόν, αν μπορούμε εμείς να μάθουμε έναν νέο τρόπο σκέψης τότε μπορούνε και αυτοί. Πιστεύω ότι θα είναι πρόθυμοι, μόλις τους δείξουμε όλα τα οφέλη του να αλλάζεις τον τρόπο σκέψης σου. Και οι δυο τους βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, οπότε νομίζω ότι θα είναι αρκετά απελπισμένοι ώστε να ακούσουν και να μάθουν ένα νέο και καλύτερο τρόπο, όπως ήμασταν κι εμείς».

«Αυτό ακούγεται σαν ένα πολύ καλό σχέδιο», είπε ο Δημήτρης ενθουσιασμένος. «Τώρα μένει να δούμε πόσο επιτυχημένοι θα είμαστε στο να δώσουμε στον πατέρα και στον Δαμιανό να καταλάβουν και να συμφωνήσουν με αυτό. Νομίζω θα συμφωνήσουν πως ό,τι κάνανε δεν δουλεύει και θα είναι πρόθυμοι να μάθουν κάτι καινούριο».

Όταν θα είναι Έτοιμοι

Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, που ο Διονύσης θυμήθηκε τα λόγια της γριάς γυναίκας. «Δεν είναι το τι θα κάνω εγώ για εσένα, αλλά το τι θα κάνεις εσύ για τον εαυτό σου». Ο Δημήτρης θυμήθηκε το καφέ πουλάκι και τον αετό να λένε κάτι παρόμοιο, και αμφότεροι οι αδερφοί θυμήθηκαν την απροθυμία των δασκάλων τους να τους αποκαλύψουν τις ερωτήσεις πριν να είναι έτοιμοι να ακούσουν.

Συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τον πατέρα τους ή τον αδερφό τους, αλλά ότι μπορούν να κάνουν τις ερωτήσεις όταν αυτοί ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να τις ακούσουν. Με υπομονή και επιμονή, ο πατέρας και ο αδερφός τους θα έβλεπαν τελικά τις νέες προοπτικές, όπως είχαν κάνει ο Δημήτρης και ο Διονύσης. Και με μεγάλη αποφασιστικότητα τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν να αλλάξουν τα πράγματα που μπορούσαν να αλλάξουν, και προσκάλεσαν τον πατέρα και τον αδερφό τους να μεταμορφωθούν μαζί τους.

Και Ζήσανε Αυτοί Καλά κι Εμείς Καλύτερα

Λίγο καλόπιασμα χρειάστηκε, και ο Δαμιανός και ο Δανιήλ κατάφεραν να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης τους, λίγο πολύ όπως ο Διονύσης και ο Δημήτρης είχαν κάνει. Και εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, ήδη γνωρίζεις για το χαρούμενο τέλος που συνοδεύει αυτή την ιστορία, όπως και κάθε παραμύθι που έχει γραφτεί από τότε που χάραξε ο χρόνος. Σε αυτό το παραμύθι όμως, δεν υπάρχουν λευκά άλογα ή βασιλικές γιορτές. Ούτε βάτραχοι που έγιναν πρίγκιπες. Μερικές φορές, τα πιο χαρούμενα από τα ζήσανε-αυτοί-καλά-κι-εμείς-καλυτέρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία αλλαγή στον τρόπο σκέψης.

ΤΕΛΟΣ 

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Μέρος 6ο

Η Μεγαλύτερη Νύχτα

Μόνος και άφραγκος, ο Διονύσης συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι του και δεν ήξερε πώς να γυρίσει. Καθώς δεν είχε κάνει φίλους, δεν είχε κανέναν στον οποίο να στραφεί για στέγη ή τροφή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένιωσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η φωτιά και το άφθονο φαγητό που ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος του αδερφός απολάμβαναν και πόσο λάθος ήταν να αφήσει το σπίτι του. Φανταζόταν όλων των ειδών τις καταστροφές να πέφτουν πάνω του. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν τις παλιές του εμπειρίες και τους φόβους του για το μέλλον, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με την οικογένειά του, με τον ηλίθιο αγρότη, τον κακό έμπορο, τη διπρόσωπη κόρη του και τον κόσμο όλο. Τον κατέτρωγαν η οργή και ο φόβος. Η εσωτερική φωτιά της πικρής απογοήτευσης που ένιωθε ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και δεν ήταν κάτι πολύ παρηγορητικό. Ξαφνικά θυμήθηκε τις ερωτήσεις που του είχε κάνει ο έμπορος και πρόσεξε ότι ήταν διαφορετικές από αυτές που αυτός είχε κάνει στον αγρότη. Άρχισε να τις καλοσκέφτεται. «Τι είναι αυτό που θέλω; Και τι θα μου φέρει; Πως θα το ξέρω;», και έχτισε για τον εαυτό του ένα θαυμάσιο μέλλον στην φαντασία του. Σκεφτόταν στοίβες χρυσά νομίσματα, μια όμορφη και στοργική σύζυγο και ζωηρά παιδιά. Σκεφτόταν να κερδίζει τίμια τη ζωή του και να είναι μέλος μιας κοινότητας που μεριμνά για τα μέλη της, όπου οι άνθρωποι θα κρατούσαν τον λόγο τους και θα συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον με ευγένεια και γενναιοδωρία. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, και για του λόγου το αληθές, άρχισε να βλέπει τις δυνατότητες που ενυπήρχαν στις ερωτήσεις του εμπόρου, ώσπου θυμήθηκε τον αγρότη που τον έκλεψε, την σκληρή κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που τον παγίδεψε με μια υπόσχεση μόνο και μόνο για να διαλύσει τα όνειρά του. Θυμωμένος και απελπισμένος σωριάστηκε στη γη. Τι θα έκανε σε έναν τέτοιο κόσμο; Τίποτε! Καθόταν εκεί στο μικρό και φτωχικό του καταφύγιο και ο θυμός του μεγάλωνε.

Η Γερόντισσα

Λίγες μέρες αργότερα μια γερόντισσα με μια κουρελιασμένη κάπα εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου. Τα χέρια της ήταν ρυτιδιασμένα και τα μακριά της δάχτυλα χλωμά. Τον ρώτησε τι κάνει μόνος του στο δάσος; Της είπε την ιστορία του, το πώς έφυγε από την οικογένεια και πως τίποτε δεν έγινε όπως θα ήθελε. Περιέγραψε τον φτωχό αγρότη, την όμορφη κόρη του έμπορου και τον πατέρα της που του λήστεψε την ευτυχία του και της είπε ότι η οικογένειά του δεν νοιάζεται για αυτόν αλλιώς δεν θα τον άφηναν να φύγει τόσο απροετοίμαστος. Και το χειρότερο ήταν, τόνισε, ότι ο πατέρας του τον άφησε να φύγει χωρίς ούτε ένα χάρτη και περιπλανήθηκε τόσο πολύ που τώρα δεν ξέρει πώς να γυρίσει στο σπίτι του. «Το λάθος είναι όλο δικό τους»,είπε, «δεν ξέρω τι θα κάνω». Ξαφνικά η οργή του κατασίγασε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γερόντισσα κοίταξε τον νέο άνδρα που κρατούσε το κεφάλι του με τα βρώμικα του χέρια και του είπε: «Φαίνεται να έχεις πολλά προβλήματα. Τι θα ήθελες να γίνει;».

«Φυσικά, δεν θέλω να περάσω τον χειμώνα στο δάσος», απάντησε ο Διονύσης, ρουφώντας τη μύτη κι αρχίζοντας να οργίζεται ξανά.

«Ακούω τι δεν θέλεις, αλλά τι θα ήθελες αντί γι αυτό;», ρώτησε η γερόντισσα.

«Τι εννοείς τι θα ήθελα αντί γι αυτό; Μόλις σου είπα ότι δεν θέλω να κρυώνω, να πεινώ και να είμαι μόνος σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακούς ανθρώπους». Ο Διονύσης εκνευρίστηκε.

«Θα ήθελα να σε βοηθήσω» είπε η γυναίκα «αλλά δεν έχω ιδέα πώς, όσο μένεις επικεντρωμένος σε ότι δεν θέλεις και στο ποιόν πρέπει να κατηγορήσεις. Εγώ, απ’ την πλευρά μου, δεν έχω συναντήσει τόσους κακούς ανθρώπους όσους εσύ, αν και έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα είχα μια αίσθηση προσανατολισμού και όταν τύχαινε να χαθώ ή να μην ξέρω τι να κάνω, ποτέ δεν ήταν για πολύ. Νομίζω πως έχω μια ιδέα για το τι άλλο να κάνεις για να αλλάξεις την κατάστασή σου, αλλά μπορώ μόνο να σε οδηγήσω, γιατί θα πρέπει εσύ ο ίδιος να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Τι παραπάνω να κάνω από αυτό που έχω κάνει;», είπε ο Διονύσης θυμωμένος. «Θα κάτσω εδώ μέχρι να παγώσω ή πεθάνω από πείνα».

«Καλώς, είναι δική σου επιλογή», απάντησε η γερόντισσα, γυρνώντας να φύγει.

«Για πες, αν έχεις αρκετή τροφή ή στέγη, γιατί δεν τα μοιράζεσαι μαζί μου;» ρώτησε ο Διονύσης, νιώθοντας μια σπίθα ελπίδας.
clip_image002«Ακόμη κι αν μοιραζόμουν ότι έχω μαζί σου, τι θα πετυχαίναμε με αυτό. Θα ήσουν καλύτερα εξοπλισμένος για να φροντίσεις τον εαυτό σου; Προτιμώ να σου διδάξω τον τρόπο να βγεις από αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεσαι».
Ο Διονύσης σκέφτηκε για λίγο: «Εντάξει, δίδαξέ με γρήγορα γιατί πεινώ και κρυώνω και κουράστηκα να ζω έτσι».

Το Απλό Δίδαγμα

Η γερόντισσα άρχισε, «Μπορώ γρήγορα να σου πω πως εγώ σκέφτομαι για τη ζωή μου και τη δουλειά μου και μπορώ ακόμη να σου πω πώς να το κάνεις αυτό κι εσύ, αλλά είναι ένας τρόπος σκέψης πάνω στον οποίο πρέπει να εξασκηθείς. Αρχίζει με το να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις, αντί γι’ αυτό που δεν θέλεις. Σκέφτομαι για τη ζωή μου μ’ αυτόν τον τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι».

Ο Διονύσης έδειχνε να διστάζει. «Πώς μπορεί να είναι τόσο απλό;». Γιατί δεν μπορείς να με διδάξεις τώρα; Μάλλον προσπαθείς κι εσύ να με ξεγελάσεις όπως κι όλοι οι άλλοι».

«Μπορείς να πιστέψεις ό,τι θέλεις», είπε η γερόντισσα. «Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, που κρυώνει και είναι δυστυχισμένος. Όταν θα είσαι έτοιμος να μάθεις πως θα πολεμήσεις τον εαυτό σου, πες να ξέρω». Η γερόντισσα τύλιξε το σάλι της σφιχτά γύρω από τους ώμους της και έφυγε με αργά βήματα.

Πέρασαν δυο μέρες κι ένα λεπτό χιόνι σκέπασε τα δέντρα και τα βράχια. Ο Διονύσης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του νιώθοντας πικρία και θυμό για την οικογένεια του.Όποτε σκεφτόταν τη γερόντισσα ένιωθε αγανάκτηση που τον άφησε εκεί ενώ εκείνη γύρισε στο ζεστό της τζάκι και στο γεμάτο της κελάρι, όπως φανταζόταν. Λεπτό το λεπτό κρύωνε και πεινούσε περισσότερο. Κάθε τόσο, όμως, αντηχούσαν στο μυαλό του τα λόγια της: «Απλά σκέφτομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο, κάνω στον εαυτό μου μερικές ερωτήσεις και όταν τις απαντήσω ξέρω τι θέλω και από πού να ξεκινήσω. Τόσο απλό είναι». Κάθε φορά που το σκεφτόταν, χλεύαζε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή για την κατάστασή του;

Έτοιμος για Μάθηση

Την τρίτη μέρα, άκουσε βήματα και κοιτώντας είδε τη γερόντισσα να περνάει από εκεί κοντά. Γύρισε προς τον Διονύση. Αυτός σηκώθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. Είπε στην γερόντισσα ότι είχε βαρεθεί να είναι μόνος, πεινασμένος και ξεπαγιασμένος. Την παρακάλεσε να του πει πώς θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε. «Σε παρακαλώ δίδαξε μου πώς σκέφτεσαι εσύ, πώς θέτεις τις σωστές ερωτήσεις στον εαυτό σου και βρίσκεις τις απαντήσεις που σε κάνουν να παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Προσπάθησα να κάνω αυτό το ταξίδι με τον τρόπο μου και με κορόιδεψαν, με λήστεψαν και με ξέχασαν. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με, σε εκλιπαρώ».

Το πρόσωπό της μαλάκωσε μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό. Είπε, «Βάδισε μαζί μου και θα σου κάνω κάποιες ερωτήσεις. Εσύ θα αποφασίσεις αν κάνουν τη διαφορά ή όχι».

Ο Διονύσης σηκώθηκε και καθάρισε τη βρωμιά από τα ρούχα του. «Είμαι πρόθυμος να κάνω το κάθε τι για να βγω από την δύσκολη θέση - σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Πήγε κοντά στη γερόντισσα και προχώρησαν στο δάσος.

«Εντάξει, ας ξεκινήσουμε. Η πρώτη ερώτηση που θέλω να απαντήσεις είναι: τι πραγματικά θέλεις; Ποιο είναι το κυριότερο πράγμα που θέλεις στη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Ο Διονύσης απάντησε αμέσως. «Θέλω να βρω δουλειά, μια γυναίκα και να επιστρέψω σπίτι στην οικογένειά μου».

«Αν θα μπορούσες να έχεις δουλειά, γυναίκα και να πας σπίτι τώρα, τι θα σήμαινε αυτό για σένα;», ρώτησε η γερόντισσα, σουφρώνοντας τα χείλη της.

«Θα μου έδινε φαγητό, στέγη και θα τελείωνε η μοναξιά μου», απάντησε ο Διονύσης.

«Αν θα είχες φαγητό, στέγη και δεν ήσουν πια μόνος, τι θα σήμαινε αυτό για σένα που θα ήταν ακόμη πιο σημαντικό;».

«Θα μπορούσα να ξαναδώ την οικογένειά μου ξανά και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Ίσως θα μπορούσα ακόμη και να τους στηρίξω στα γηρατειά».


«Τίποτε άλλο;». Η γερόντισσα σταμάτησε σε μια λεπτή άσπρη σημύδα.

Ο Διονύσης απάντησε: «Θα ήμουν μέρος μιας κοινότητας ξανά».

«Πώς θα ήξερες ότι θα είχες πετύχει το στόχο σου;».

«Θα ήμουν με την οικογένειά μου, και με τη γυναίκα μου, κάνοντας μια δουλειά που θα μου ταίριαζε και θα στήριζα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Θα είχαμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας και αρκετά περισσεύματα για να τα μοιραστούμε με τους λιγότερο τυχερούς».

«Τι σε σταματάει από το έχεις όλα αυτά τώρα;» ρώτησε η γερόντισσα.

«Έχω χαθεί, δεν ξέρω σε τι είμαι καλός, και δεν έχω βρει καμιά γυναίκα που να θέλει να μοιραστεί τη ζωή της μαζί μου».

«Λοιπόν, όταν κανείς είναι χαμένος ή δεν ξέρει τι να κάνει και πώς να το κάνει, ποια είναι τα πράγματα που μπορεί να κάνει;»

Ο Διονύσης έβαλε το χέρι του στο σαγόνι του και σκέφτηκε. «Να σου πω, υποθέτω ότι θα μπορούσα να ρωτήσω. Ξέρεις καμιά γυναίκα που θα μου ταίριαζε; Ξέρεις καμιά δουλειά που θα μπορούσα να κυνηγήσω;».

«Δεν τυχαίνει να ξέρω καμιά γυναίκα που να σου ταιριάζει ή δουλειές εδώ γύρω, αλλά ξέρω έναν ταξιδευτή που γνωρίζει καλά αυτά τα μέρη. Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε πώς να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν γυρίσεις πίσω στο χωριό με τις νέες ερωτήσεις στο μυαλό σου, μπορεί να βρεις πολύ διαφορετικούς ανθρώπους καθ’ οδόν και τουλάχιστον ως την άνοιξη θα είσαι στο σπίτι σου».

Το Αληθινό Δίδαγμα

Ο Διονύσης σάστισε: «Γιατί δεν μου είπες τίποτε πριν; Γιατί με άφησες να κλαίω;».

«Ήσουν τόσο απασχολημένος να μου λες τι δεν πήγαινε καλά με τους ανθρώπους στη ζωή σου, που δεν πρόλαβα να πω λέξη. Τώρα που ξέρω τι θέλεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το όλο σύστημα. Κάνεις τη ερώτηση για να προσδιορίσεις αυτό που θέλεις, πώς εσύ ή οι άλλοι θα επωφεληθείτε από την επιλογή σου, και πώς, όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα ξέρετε πότε έχετε φθάσει στο στόχο σας. Αν φτάσεις κάπου μη γνωρίζοντας τι ψάχνεις, μπορείς να ρωτήσεις, ‘Πώς μπορώ να εξακριβώσω τι είναι αυτό που χρειάζομαι;’. Σου είπα ότι ήταν τόσο απλό.» Η γερόντισσα δίπλωσε τα χέρια της.

Ο Διονύσης άρχισε να βρίσκει την ελπίδα και την ενέργεια που είχε χάσει, ίσως από τότε που αυτός και ο Διονύσης είχαν χωρίσει στο σταυροδρόμι. Πήρε με έξαψη τα χέρια της γυναίκας στα δικά του λέγοντας. «Σε παρακαλώ πάμε να βρούμε αυτόν τον φίλο σου. Είμαι έτοιμος να αρχίσω το ταξίδι του γυρισμού τώρα αμέσως!».

Η γερόντισσα οδήγησε τον Διονύση στον ταξιδευτή, που έδειξε στον νέο το δρόμο για το σπίτι του. Πριν ξεκινήσει ο Διονύσης, η γερόντισσα του έδωσε ένα γούρι. Πάνω του ήταν γραμμένες οι τέσσερις ερωτήσεις: Τι θέλεις; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρεις; Πώς θα φτάσεις εκεί; Με άλλα λόγια, που είναι το ΕΚΕΙ; Και του είπε, «Φεύγεις για ένα μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να έχεις αυτοπεποίθηση τώρα και ενέργεια, αλλά μπορεί να έρθει η ώρα που να είσαι χαμένος ξανά, μπερδεμένος ή μόνος. Αν έρθει αυτή η ώρα θυμήσου τις τέσσερις ερωτήσεις και κάνε τες στον εαυτό σου ή στους ανθρώπους που θα συναντάς. Αν κάνεις την ερώτηση και βρεθείς σε ένα μέρος όπου δεν ξέρεις πώς να πάρεις αυτό που θέλεις, ρώτα ακόμη μία: ‘Πώς θα το εξακριβώσω;’. Συνέχισε να κάνεις τις ερωτήσεις μέχρι να αναγνωρίσεις το επόμενο βήμα του ταξιδιού σου. Κάνε αυτό το βήμα και το επόμενο μέχρι να έρθει η στιγμή να ρωτήσεις ξανά, ‘Τι θέλω; Τι θα μου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρω;’. Αν έρθεις αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν μπορείς να απαντήσεις, ρώτα: ‘Πώς θα εξακριβώσω;’ ή ‘Αν γνώριζα την απάντηση, ποια θα ήταν;’. Όταν συναντάς άλλους, μπορείς να τους ρωτήσεις, ‘Τι είναι αυτό που θέλεις ή έχεις ανάγκη; Τι θα σου φέρει αυτό; Πώς θα ξέρεις πότε θα έχεις αυτό που θέλεις ή χρειάζεσαι; Πώς μπορείς να ξεκινήσεις για να το αποκτήσεις;’. Αν δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν για να πάρουν αυτό που θέλουν ή έχουν ανάγκη, ρώτησε τους, ‘Πώς μπορείς να το εξακριβώσεις;’.

Όταν δημιουργείς σχέσεις – συνεταιρικές ή προσωπικές – ρώτησε, ‘Τι θέλουμε ή χρειαζόμαστε; Τι θα μας φέρει αυτό; Πώς θα το ξέρουμε; Πώς θα τα αποκτήσουμε; Αν δεν ξέρουμε το πώς, πώς μπορούμε να μάθουμε;’. Μπορείς να ρωτήσεις τις ίδιες ερωτήσεις πολλές φορές την ημέρα, σχετικά με μεγάλες ή μικρές αποφάσεις. Μπορείς να τις ρωτάς ξανά και ξανά μέχρι να βρεις ένα σχέδιο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του τι θέλεις. Μάλιστα, προτείνω να περνάς τα πρώτα 20 λεπτά κάθε ημέρας σου και τα τελευταία 20 λεπτά κάθε βραδιάς θέτοντας στον εαυτό σου αυτές τι ερωτήσεις και κάθε φορά που θα παίρνεις μια απάντηση που δεν είναι αυτή που θέλεις, κάνε τες επανειλημμένως μέχρι να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις και τουλάχιστον ένα πρώτο στάδιο ώστε να το αποκτήσεις ή να ανακαλύψεις πώς θα το αποκτήσεις.
Υπόσχεσαι να χρησιμοποιήσεις τα εργαλεία που σου έδωσα; Γιατί αν δεν θυμάσαι να τα χρησιμοποιείς, μπορείς κάλλιστα να μου δώσεις πίσω το γούρι και να επιστρέψεις στο να είσαι χαμένος και θυμωμένος όπως ήσουν πάντα».

Ο Διονύσης υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις ερωτήσεις με κάθε ευκαιρία που είχε, ακόμα και με το ξεκίνημα και τελείωμα κάθε ημέρας, είτε το χρειαζόταν είτε όχι. Ευχαρίστησε την γερόντισσα για την ευγένεια και την καθοδήγηση της, και με τους ώμους και το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στο ταξίδι του, ξεκίνησε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδευτής.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ Δ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ
Συνέχεια Μέρος 2ο

Συναντώντας τον κ. Αετό
clip_image002Δεν είχαν περπατήσει για πολύ όταν τους βρήκε ο μεγάλος φίλος του μικρού πουλιού, ο κ. Αετός. Ήταν μια πολύ επιβλητική φιγούρα καθώς προσγειώθηκε πάνω στην προεξοχή ενός βράχου και ο Δημήτρης νιώθοντας φόβο κοιτούσε συνεχώς το πουλάκι ψιθυρίζοντας, «Είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τον αετό; Έχει τόσο μυτερό ράμφος και δυνατά νύχια που δεν μοιάζει και πολύ φιλικός!»


Το πουλάκι γέλασε και είπε, «Ο αετός είναι ένα μεγάλο πουλί με μια μεγάλη καρδιά. Τίποτα δεν του αρέσει περισσότερο από το να βοηθάει τους άλλους, αρκεί η κατάληξη να είναι καλή, και οι ίδιοι να γνωρίζουν τι πραγματικά θέλουν. Έτσι δεν είναι, κ. Αετέ;»


«Έτσι ακριβώς, αγαπητέ μου», είπε με βαθιά φωνή ο αετός. «Πιστεύω ότι υπάρχει τόσο καλό που πρέπει να γίνει σε αυτό τον κόσμο, που δεν βρίσκω χρόνο ή υπομονή για πλάσματα που λυπούνται τον εαυτό τους και κατηγορούνε τους άλλους. Αλήθεια, μένω έκπληκτος από το πόσα πλάσματα δεν γνωρίζουν τι θέλουν. Ξοδεύουν όλο το χρόνο τους στο να σκέφτονται τι ΔΕΝ θέλουν. Φαντάζεσαι να σπαταλάς τη ζωή σου με τέτοιες σκέψεις;»
Τα μάτια του μικρού πουλιού έλαμψαν. «Ο λόγος που εμείς οι δυο είμαστε τόσο καλοί φίλοι είναι ότι σκεφτόμαστε παρόμοια. Είναι τόσο ευχάριστο να είμαι μαζί σου γιατί πάντα έχεις να πεις ενδιαφέρουσες ιστορίες για καινούριες και θετικές εμπειρίες. Έχεις πάντα ένα σχέδιο, έχεις κίνητρο να πετύχεις εκπληκτικά πράγματα και νιώθεις πάντα καλά με τον εαυτό σου. Ταιριάζουμε πραγματικά.»


Ο κ. Αετός χάιδεψε το καφέ πουλάκι στο κεφάλι με την άκρη του φτερού του και κοιτώντας τον Δημήτρη είπε, «Δεν το περίμενα να σε βρω να κάνεις παρέα με αυτόν. Φαίνεται σαν να τον ξέθαψες από καμιά τρύπα. Μα γιατί τέλος πάντων δείχνει τόσο αγέλαστος και ατημέλητος, και τι κάνεις ΕΣΥ μαζί του;»
Το πουλάκι διηγήθηκε στον αετό την ιστορία του Δημήτρη. Όταν τελείωσε, ο κ, Αετός στράφηκε προς τον Δημήτρη.
«Ώστε ξεκίνησες για να αναζητήσεις την τύχη σου και να βρεις τον δρόμο σου στον κόσμο, ε;»
«Ν.. ν.. ναι, κύριε» απάντησε ο Δημήτρης, κάπως τρομοκρατημένος από την μεγαλόπρεπη μορφή που στεκόταν μπροστά του.


«Και πώς είχες σκοπό να το κάνεις αυτό χωρίς να λάβεις υπόψη σου τον επερχόμενο χειμώνα;» ρώτησε ο αετός, με ένα ίχνος περιφρόνησης στην φωνή του.


Βλέπετε κύριε, απλά φαντάστηκα ότι θα φτάσω στο επόμενο χωριό, θα βρω κάτι που μ’ αρέσει να κάνω, θα βγάλω κάποια χρήματα, θα βρω μια γυναίκα που θα θέλω να την παντρευτώ, θα αγοράσω ένα σπίτι, θα εγκατασταθώ, θα κάνω οικογένεια, και θα ζήσω χαρούμενα για το υπόλοιπο της ζωής μου», μυξόκλαψε ο Δημήτρης.


«Έτσι απλά;» ρώτησε ο αετός.


«Έτσι απλά.» απάντησε ο Δημήτρης.


«Δίχως σχέδιο;» ρώτησε δύσπιστα ο αετός.
Μετά στράφηκε προς το καφέ πουλάκι. 
 «Αυτός ο άνδρας πρέπει να διδαχθεί έναν νέο τρόπο σκέψης πριν πάει οπουδήποτε!»

Ένας Νέος Τρόπος Σκέψης

«Συμφωνώ απόλυτα, και αυτός είναι και λόγος για τον οποίο στον έφερα» είπε το πουλάκι ενθουσιασμένο και γύρισε προς τον Δημήτρη, «Είσαι πρόθυμος να μάθεις έναν νέο τρόπο σκέψης;»


Ο Δημήτρης αποκρίθηκε, «Σου είπα και το πρωί ότι είμαι απελπισμένος και θέλω βοήθεια. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι απλά το να σκεφτώ διαφορετικά θα μου βρει μια δουλειά και μια καινούρια ζωή. Νιώθω ότι κάτι πρέπει να έχω κάνει λάθος κάποια στιγμή και τώρα τιμωρούμαι γι’ αυτό. Από την άλλη, αν αυτό νομίζετε και οι δύο ότι χρειάζομαι, είμαι πρόθυμος να κάνω μία προσπάθεια. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα δουλέψει, και δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να αλλάξω, άλλα και οι δυο σας φαίνεται να έχετε καλύτερες ζωές από εμένα, οπότε ίσως να έχετε πράγματι κάτι να μου διδάξετε ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση.»


«Ε, λοιπόν αν είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου, ας αρχίσουμε με κάποιες ερωτήσεις. Η πρώτη είναι: τι θέλεις;» είπε ο αετός.


«Μισό λεπτό!» διαμαρτυρήθηκε ο Δημήτρης. «Αυτή είναι η ίδια ερώτηση που με ρώτησε το πουλάκι όταν με ξύπνησε σήμερα το πρωί. Τι συμβαίνει με ‘σας τους δυο; Είπα ήδη τι θέλω!». Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.


Ο κ. Αετός συνοφρυώθηκε. «Μια και δεν ήμουν εκεί, πρέπει να σε ρωτήσω τις ίδιες ερωτήσεις για να μπορέσω να σε βοηθήσω να πάρεις αυτό που θέλεις. Ακούγεσαι ενοχλημένος, αλλά αν είχες θέσει στον εαυτό σου αυτές τις πολύ σημαντικές ερωτήσεις πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου, ίσως τώρα να μην ήσουν σε αυτό το χάλι. Άσε με λοιπόν να σε ξαναρωτήσω… είσαι πραγματικά έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεσαι; Γιατί αυτό που θα σε διδάξω είναι μια νέα στρατηγική σκέψης. Θα κάνει την διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας στη ζωή σου. Αν δεν είσαι έτοιμος να διδαχθείς μια καινούρια στρατηγική σκέψης, δεν θα σπαταλήσω τον χρόνο μου σε ‘σένα. Μπορείς απλά να πηγαίνεις, και να σκοντάφτεις για την υπόλοιπη ζωή σου όπως ακριβώς έκανες πάντα. Ποια είναι η απόφαση σου;»


«Συγνώμη», είπε ο Δημήτρης, «θέλω όντως να μάθω. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς, ρωτώντας τις ίδιες ερωτήσεις, βοηθάει. Αυτό είναι όλο.» Ο Δημήτρης στραβομουτσούνιαζε ακόμα, αλλά φαινόταν πρόθυμος να ακούσει.
Σε αυτό το σημείο το καφέ πουλάκι είπε. 


«Δημήτρη, θα σε αφήσω στα έμπειρα χέρια του κ. Αετού. Έχω μια φωλιά να καθαρίσω και να προετοιμαστώ για την άνοιξη, και τα μικρά μου σύντομα θα βγουν από τα αυγά τους. Καλή σου τύχη. Άκουσε τον κ. Αετό και κάνε ό,τι σου πει. Αυτός μου δίδαξε όλα όσα ξέρω. Είμαι ευτυχισμένος χάρη στις νέες δεξιότητες που δίδαξε σε ‘μένα και στην οικογένεια μου όταν ήμουν ένα μικροσκοπικό νεογνό ακόμα.»


Χαιρέτησε τον κ. Αετό, έδωσε στον Δημήτρη ένα ευγενικό τσίμπημα στο μάγουλο και πέταξε μακριά πριν ο Δημήτρης προλάβει να το ευχαριστήσει. Αυτός χαιρετούσε μέχρι που το πουλάκι χάθηκε. Τότε στράφηκε προς τον κ. Αετό, ακόμη κάπως φοβισμένος και επιφυλακτικός, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.


«Ας αρχίσουμε λοιπόν!» είπε ο αετός. «Θα σε ξαναρωτήσω. Ερώτηση πρώτη: Τι θέλεις;»


Ο Δημήτρης είπε: «Θέλω να πάω σπίτι.»


«Πώς θα σε ωφελήσει το να πας σπίτι;»


«Θα μου παρέχει τροφή και στέγη και θα βάλει τέλος στην μοναξιά μου» απάντησε ο Δημήτρης. Οι ερωτήσεις είχαν αρχίσει να ακούγονται παρηγορητικές και οικίες.


«Αν είχες φαγητό και στέγη και δεν ήσουν μόνος πια, τι καλό θα έκανε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμη πιο σημαντικό;» ρώτησε ο κ. Αετός.


«Θα μου έδινε πίσω την οικογένεια μου και την κοινότητα μου.»


«Τίποτα άλλο;»


Ο Δημήτρης απάντησε. «Θα είχα γαλήνη και δεν θα χρειαζόταν να περιπλανιέμαι πια.»


«Πώς όμως θα ξέρεις ότι έφτασες τους στόχους σου;»
clip_image004«Θα έχω μια σκεπή πάνω από το κεφάλι μου και θα έχω την κοιλιά μου γεμάτη. Θα είμαι στη ζέστη, η οικογένεια μου και οι φίλοι μου θα είναι γύρω μου και η καρδιά μου θα είναι γεμάτη χαρά.»


«Λοιπόν, τι σε σταματάει από το να τα έχεις όλα αυτά τώρα;» συνέχισε ο αετός.


«Είμαι χαμένος», απάντησε ο Δημήτρης, ελαφρώς απογοητευμένος ακόμη μια φορά από την επανάληψη. «Αυτές είναι οι ίδιες ερωτήσεις που μου έκανε και το καφέ πουλάκι, και στις οποίες απάντησα. Οι ερωτήσεις του με οδήγησαν σε εσένα, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς θα φτάσω σπίτι μου!»


Ο αετός απάντησε ευγενικά, «Καταλαβαίνω, αλλά σε παρακαλώ εμπιστέψου με. Αυτές οι ερωτήσεις θα είναι ο χάρτης σου για το σπίτι. Κατανοώ ότι έφυγες από το σπίτι επειδή ο μεγαλύτερος αδερφός σου είναι αυτός που θα κληρονομήσει το παντοπωλείο, και ότι δεν υπάρχει μέρος για ‘σένα εκεί. Όταν απάντησες τις ερωτήσεις μου, δεν ανέφερες ποτέ το να αποκτήσεις μια δουλειά ή το πώς θα βγάλεις τα προς το ζην. Ήσουν αποκλειστικά απασχολημένος με το που θα μπορούσες να πας, σωματικά. Περιμένεις από τον πατέρα σου και τον αδερφό σου να σου παρέχουν ότι χρειάζεσαι;»
Τριγύρω επικρατούσε άπνοια καθώς ο Δημήτρης αναλογιζόταν αυτή την κρίσιμη ερώτηση. Μετά είπε: «Υποθέτω ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ήμουν τόσο προσκολλημένος στο να βρω τον δρόμο για το σπίτι και να ανακτήσω όλες τις ανέσεις της νεότητας μου, που πρέπει να παρέλειψα αυτή την πλευρά. Φυσικά ο πατέρας μου και ο αδερφός μου δεν μπορούν να φροντίζουν για ‘μένα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Διονύσης κι εγώ ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι έτσι κι αλλιώς. Πέρα απ’ αυτό, είμαι ενήλικας πια και πρέπει να μάθω να φροντίζω εγώ για τον εαυτό μου. Απλά δεν ξέρω πώς». Ο Δημήτρης ακούστηκε ηττημένος.


«Εντάξει,» είπε ο αετός, «ας αρχίσουμε από την αρχή. Πρώτα απ’ όλα, μπορώ να σου δείξω το δρόμο για το σπίτι σου, οπότε αν αυτό είναι που θέλεις, ας αρχίσουμε το ταξίδι μας. Το χωριό σου είναι από ‘δω», και ο κ. Αετός έδειξε δυτικά.


«Όχι, όχι, έχεις δίκιο», είπε ο Δημήτρης, «αν και θέλω να ξέρω το δρόμο για το σπίτι, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω χωρίς να έχω καταφέρει κάτι στη ζωή μου. Θα ένιωθα ντροπιασμένος, και θα απογοήτευα τον πατέρα μου και τον μεγαλύτερο αδερφό μου. Αν έπρεπε να μοιραστούν το σπίτι και το φαγητό τους μαζί μου μπορεί να μην είχαν αρκετά ούτε για αυτούς, μια και με το ζόρι τα βγάζουν πέρα έτσι κι αλλιώς. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το να πάω σπίτι δεν είναι αυτό που θέλω πια. Άλλαξα γνώμη».

Σχεδιάζοντας μια Νέα Ζωή

«Μπορούμε πάντα να αρχίσουμε από την αρχή», είπε ο κ. Αετός. «Έχεις οικειότητα με αυτές τις ερωτήσεις, αλλά μπορεί να σου προκαλέσει έκπληξη το πόσο έχουν αλλάξει οι απαντήσεις σου από την τελευταία φορά. Τι θέλεις πραγματικά, λοιπόν;»


«Θέλω να κάνω κάτι στη ζωή μου» είπε ο Δημήτρης και κράτησε το κεφάλι του ψηλά. Η παιδική ηλικία γλιστρούσε από πάνω του και χανόταν.


«Τι ακριβώς θέλεις να κάνεις όμως; Από τι θα ήθελες να αποτελείται η ζωή σου;»


Ο Δημήτρης σταμάτησε για μια στιγμή. «Άσε με να το σκεφτώ» Μετά συνέχισε, «Είναι αυτό που πάντα ήθελα, και νόμιζα ότι δεν θα έχω πρόβλημα να το αποκτήσω. Θα πήγαινα στο επόμενο χωριό, θα έβρισκα κάτι που μ’ άρεζε, θα έβγαζα λεφτά, θα έβρισκα μια γυναίκα να παντρευτώ, θα αγόραζα ένα σπίτι, θα έκανα οικογένεια, και θα ζούσα ευτυχισμένα. Σαν παραμύθι. Είναι απλό. Να τι θέλω.»


«Αυτά είναι πολλά», είπε ο κ. Αετός, χτυπώντας τα φτερά του. «Αλλά πιστεύω ότι είναι δυνατό να αποκτήσεις αυτά που επιθυμεί η καρδιά σου. Νομίζω ότι πρέπει απλά να χωρίσεις το τελικό ‘παραμυθένιο’ αποτέλεσμα σε μικρότερα κομμάτια, και να επιλέξεις κάποιο για να αρχίσεις. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα ήθελες ή θα χρειαζόσουν;»


«Λοιπόν…» είπε ο Δημήτρης, «πρέπει να βρω ένα χωριό, φυσικά. Ένα όπου θα ζω ευτυχισμένος. Παράλληλα σε αυτό το χωριό πρέπει να βρω και μία δουλειά που θα μου ταιριάζει.»


Ο κ. Αετός κούνησε το ράμφος του συμφωνώντας. «Τώρα κάτι κάνουμε!» φώναξε. «Όταν βρεις το τέλειο χωριό και μια δουλειά που θα σε κάνει να νιώθεις άξιος, τι θα κάνεις; Πώς θα ωφεληθείς από αυτούς τους δύο παράγοντες;»
«Θα έχω ένα σπίτι και μία απασχόληση.»


«Και τι καλό θα κάνουν για εσένα συγκεκριμένα;»


«Θα έχω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου και λεφτά για να ξοδέψω», απάντησε ο Δημήτρης, οραματιζόμενος ένα σπίτι με αχυροσκεπή, και χρυσά νομίσματα να κουδουνίζουν στις τσέπες του.


«Και πώς θα σε βοηθήσουν;»


«Ε, θα είμαι ικανός να αγοράσω ότι χρειάζομαι για να φροντίσω τον εαυτό μου.»


Ο κ. Αετός ένιωσε ότι κάτι κατάφερναν. «Και όταν θα μπορείς να αγοράσεις ότι χρειάζεσαι για να φροντίσεις τον εαυτό σου, πως θα σε βοηθήσει κάτι τέτοιο;»


«Μετά θα μπορώ να βρω μία γυναίκα που θα θέλει να με παντρευτεί, θα ζήσουμε μαζί και θα κάνουμε οικογένεια», απάντησε ο Δημήτρης. Το πρόσωπο του φωτιζόταν όλο και πιο πολύ – στο μυαλό του φανταζόταν ένα παιδί στα χέρια του.


«Αν λοιπόν ήταν να ερωτευτείς, να φτιάξεις τη ζωή σου με μία νύφη, και να γίνεις ένας περήφανος πατέρας, πως θα βοηθούσε αυτό;»


«Θα είχα βρει την γαλήνη και θα ζούσα χαρούμενος το υπόλοιπο της ζωής μου. Θα είχα το παραμύθι μου.»
Ξανά, ο κ. Αετός ρώτησε, «Και αν ήσουν γαλήνιος και ζούσες χαρούμενος την υπόλοιπη ζωή σου, τι θα σήμαινε αυτό για ‘σένα που είναι ακόμα πιο σημαντικό;»


Ο Δημήτρης έκανε μια παύση για να σκεφτεί. «Ειρήνη και ευτυχία.»
Ο αετός έστρεψε τα σκοτεινά μάτια του στον Δημήτρη. Μετά είπε, «Αν αυτά τα πράγματα είναι τόσο σημαντικά για εσένα, τι σε σταματάει από το να τα αποκτήσεις αυτή τη στιγμή;»
Ο Δημήτρης ήταν ειλικρινής, «Λοιπόν, κύριε, δεν βρήκα μέχρι τώρα κάποιο χωριό που να έμοιαζε με ένα τόπο στον οποίο θα ήθελα να ζήσω.»


«Τι είδους χωριό αναζητάς;» ρώτησε ο κ. Αετός. «Όπως γνωρίζεις, είμαι πολύ διαβασμένος σε αυτή την περιοχή.»
Ο Δημήτρης απάντησε γρήγορα, «Ένα χωριό όπου οι άνθρωποι θα είναι φιλικοί, το περιβάλλον θα είναι όμορφο και ειρηνικό, οι δουλειές θα είναι πολλές και θα υπάρχουν νέοι άνθρωποι στην ηλικία μου. Επίσης θα ήθελα να απέχει από το παλιό μου χωριό λιγότερο από μιας μέρας ταξίδι, ώστε να μπορώ να επισκέπτομαι την οικογένεια μου εύκολα.»


«Αυτό δεν νομίζω να είναι πολύ δύσκολο» απάντησε ο αετός. «Ξέρω πολλά χωριά που ταιριάζουν ακριβώς σε αυτή την περιγραφή.»


«Θα με πας σε παρακαλώ σε κάποια από αυτά;» ρώτησε ο Δημήτρης, «δεν είχα τύχη ψάχνοντας ένα μέρος σαν αυτό που περιέγραψα.» Ήξερε ότι κάτι απίστευτο επρόκειτο να συμβεί.


«Αν ξεκινήσουμε κατευθείαν, νομίζω πως έχω χρόνο για κάτι τέτοιο» είπε ο αετός. 
«Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις τη νέα σου ζωή;»
«Ποτέ δεν ήμουν πιο έτοιμος για κάτι!» φώναξε ο Δημήτρης.


Οι δυο τους ξεκίνησαν για την ύπαιθρο – ο αετός, με χάρη και μεγαλοπρέπεια μέσα στην καταχνιά, και ο Δημήτρης, ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον του για πρώτη φορά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...