Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Η Ιστορία των 3 Αδερφών (μέρος 2ο)

Το Καφέ Πουλάκι

clip_image002Μια μέρα στις αρχές του χειμώνα, ένα καφέ πουλάκι κάθισε στο κλαδί μιας βελανιδιάς κοντά στον Δημήτρη. Κοίταξε τον νεαρό άνδρα για πολύ ώρα κουνώντας το κεφάλι του με σκέψη. Τελικά τον ρώτησε: «Τι κάνεις σε αυτά τα δάση τέτοια εποχή;» Ο Δημήτρης ξαφνιάστηκε και κοίταξε κατά πάνω. Είπε στο πουλάκι την ιστορία του ταξιδιού του και πως τίποτα δεν είχε έρθει όπως θα ήθελε. Είπε ακόμη ότι γνώριζε ότι δεν είναι πολύ φιλικός, ότι δεν είναι παράξενο που κανείς δεν θέλει να τον γνωρίσει και ότι αυτός φταίει για την μοναξιά του. Ήξερε ότι η οικογένεια του θα ντρεπόταν για αυτόν που είναι τόσο αδύναμος και ήταν σίγουρος ότι ακόμα και η Μητέρα Φύση ήταν εναντίον του, καθώς ο χειμώνας ήρθε νωρίς μόνο και μόνο επειδή αυτός δεν είχε μαζί του ζεστά ρούχα, δεν είχε βρει κατάλληλο καταφύγιο και δεν είχε αρκετό φαγητό. Δήλωσε πως ήταν τελείως άχρηστος. Και το χειρότερο ήταν, είπε στον μικρό του σύντροφο, ότι είχε χάσει τον δρόμο που θα τον γύριζε σπίτι. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο ανόητος ώστε να ταξιδέψει μόνος του χωρίς χάρτη; «Δεν ξέρω τι θα κάνω», είπε, και τον πήραν τα κλάματα.

Το πουλάκι του είπε, «Πραγματικά φαίνεται ότι έχεις πολλά προβλήματα. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό αλλά ειλικρινά, δεν ξέρω τι να σου πω, γιατί ποτέ δεν έχω νιώσει όπως εσύ. Βλέπεις, ποτέ στην ζωή μου δεν ήμουν σε μια κατάσταση όπου να μη ξέρω τι να κάνω.

«Πώς γίνεται αυτό;» ρώτησε ο Δημήτρης μπερδεμένος. «Όλοι έχουν νιώσει κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;»

«Όχι εγώ» είπε το καφέ πουλάκι. «Ούτε μία φορά. ΠΟΤΕ! Πραγματικά στεναχωριέμαι για ‘σένα και θέλω να σε βοηθήσω.»

«Θα με βοηθούσες, αλήθεια;» ρώτησε ο Δημήτρης έκπληκτος από την ευγενική προσφορά.

«Μα ναι, φυσικά!» τιτίβισε το πουλάκι.

«Τι θα κάνεις για ‘μένα λοιπόν;»

«Μα δεν πρόκειται για το τι θα κάνω εγώ για σένα. Πρόκειται για το τι θα κάνεις εσύ για ‘σένα.»

«Καλά, ευχαριστώ όπως και να ‘χει,» είπε ο Δημήτρης «αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα παραπάνω απ’ όσα έχω κάνει μέχρι τώρα. Θα κάτσω απλά εδώ μέχρι να παγώσω ή να πεθάνω από την πείνα.»

«Καλώς, αυτή είναι δικιά σου επιλογή», είπε το πουλάκι. «Αλλά αν θα το κάνεις αυτό μπορείς σε παρακαλώ να πας κάπου αλλού; Εδώ είναι το μέρος που ζω και δεν θα ήθελα να σε δω να πεθαίνεις.»

«Θες να πεις ότι μένεις εδώ γύρω και θα κάτσεις όλο το χειμώνα και θα είσαι μια χαρά ενώ εγώ θα υποφέρω;»

«Ακριβώς. Ζω εδώ πολλά χρόνια και δεν έχω πρόθεση να φύγω.»

Ο Δημήτρης τότε σηκώθηκε όρθιος. «Ε, αφού θα έχεις αρκετό φαγητό και στέγη για να περάσεις το χειμώνα, γιατί δεν μπορείς να το μοιραστείς μαζί μου;»

«Γιατί ό,τι χρειάζομαι εγώ για τη ζωή μου είναι τελείως διαφορετικό απ’ ό,τι χρειάζεσαι εσύ για τη δική σου.»

«Ε λοιπόν, πως παίρνεις αυτό που ΕΣΥ χρειάζεσαι;» ρώτησε ο Δημήτρης.

«Απλώς κάνω κάποιες ερωτήσεις στον εαυτό μου και όταν τελειώσω με τις απαντήσεις, ξέρω πώς να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Τόσο απλά.»

«Το παίζεις ανώτερος γιατί απλά έχεις όσα χρειάζεσαι και εγώ όχι», αγανάκτησε ο Δημήτρης. «Δεν πιστεύω ότι ξέρεις πραγματικά πώς να πάρεις αυτά που θέλεις. Πιθανότατα έχεις οικογένεια που σου τα παρέχει, οπότε δεν χρειάζεται ποτέ να ανησυχείς. Πάω και στοίχημα ότι ζούνε εδώ δίπλα.»

«Πίστεψε ό,τι θέλεις. Μόνο θυμήσου, εσύ είσαι αυτός που είναι μόνος, πεινασμένος, κρύος και μίζερος. Όταν είσαι έτοιμος να μάθεις πώς να βοηθάς τον εαυτό σου, θα σε διδάξω. Μέχρι τότε, καλή τύχη. Γεια!»

Και με αυτή την κουβέντα το καφέ πουλάκι πήδηξε από το κλαδί και πέταξε μακριά μέσα στον κρύο, παγερό ουρανό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια: